Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Δημήτρης Χαρίτος, "Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια"




ΕΠΟΧΗ ΠΡΩΤΗ


22

Ο δικός σου παράδεισος
Είναι η δική μου κόλαση.
Και το ανάποδο, μου απαντάς
Και ξεκαρδίζεσαι στα γέλια.

Να, λοιπόν, που κάτω
Απ’ τις εφημερίες της ηδονής
Βασανιζόμαστε το ίδιο.





24

Ήμουνα χαρταετός
Τα χέρια σου αδέξια
Κι ο σπάγγος λιγοστός.





63

Τ’ αυγουστιάτικα μελτέμια παλαβώνουν
Το ανάριχτο ποτάμι των μαλλιών σου
Και συ παιδεύεσαι μαζί τους
Ωσάν να λιχνίζεις τις Κυκλάδες
Με τη μετάξινη ανεμοσυρμή τους!





73

Τα όνειρα και οι χρησμοί
Των δικών μας φόβων παιδιά.





84

Μπλεγμένα τα κορμιά μας
Θα μοιάζουν με χρόνο
Που ’χει μόνο μιαν εποχή.





ΕΠΟΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ


94

Κάθε φορά που σε σκέφτομαι
Γίνομαι ονειροκρίτης των ονείρων μου.





113

Ροκανίζω το υπόλοιπο αποταμίευμά μου
Κυρίως λέξεις εύκολες, μνήμες επίμονες
Σχέδια αραχνιασμένα και οπωσδήποτε
Υποσχέσεις ανεκπλήρωτες.
Τα επιτόκια των ελπίδων καταρρέουν από καιρό
Κεφάλαιο μαζί και τόκοι
Δεν κάνουν ούτε έναν οργασμό.





163

Τόσα πολλά τα ρόδα
Τόσα πολλά και τ’ αγκάθια.

Με την εικόνα του κορμιού σου
Ευφραίνεται μα και ματώνει ο ύπνος μου.





ΕΠΟΧΗ ΤΡΙΤΗ


196

Είναι και κάποιοι Σίσυφοι
Που τ’ όνομά τους είναι το μόνο βάρος
Που έχουν ν’ ανεβοκατεβάζουν.





202

Βάζω το κλειδί στην κλειδαριά της έμπνευσης
Μ’ απ’ την πολύχρονη σκουριά τρίζει χωρίς να γυρίζει.





205

Συμβασιούχος αορίστου χρόνου
Αυτός ο καλά δασκαλεμένος άγγελος
Που δήθεν παραστέκεται στις ψυχές
Ν’ αποχωρίζονται το κορμί τους.





ΕΠΟΧΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


321

Ακόμα κι όταν είμαι ο νικητής
Δεν παύω να είμαι ο ενικός μου αριθμός.
Παραμένω, δηλαδή και συνοπτικά,
Η ευτυχία που δεν έχω.





332

Όχι, μου είπες·
Ποίηση είναι η μαστοριά
Να μαγειρεύεις με λέξεις λιγοθυμιά.





Από τη συλλογή «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια - (Ιδιωτική μυθολογία)» εκδ. Κίχλη, 2017.

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Πέντε κυριακάτικα ποιήματα"





Απόγευμα Μαΐου Κυριακής


Ένας άνθρωπος λιαζόταν στο ταρατσάκι.

Και βέβαια, έτσι που καθόταν,
έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια.





Απόγευμα Μαΐου Κυριακής, 2


Τι θλιμμένο απόγευμα!

Κι αυτός ο άνθρωπος χρόνια περνάει
με το παιδί του που δεν μεγαλώνει ποτέ.





Ένα ποίημα έλεγε ότι γνωρίζει τον Μήτσο

Κατόπιν, αφού την έδεσαν αμφότεροι εις τρεις καρέκλας ηνωμένας, και παραμείνας μόνος ο αρχιβασανιστής, ο επιλεγόμενος «Μήτσος ο επιλοχίας», εκτύπησε ανηλεώς τα πέλματά της με ρόπαλο. Της κατεβίβασεν το παντελόνιον, της απέσπα τρίχας εκ του εφηβαίου και ακολούθως της εμάλαξε τα στήθη επί τοσούτον ισχυρώς ώστε η παθούσα να καταθέτη ότι «τραβούσε να τα αποσπάση».

Προσέτι δε, γνωρίζομεν υμίν, ότι ο εν λόγω Μήτσος παρέμεινεν άγνωστος.

Βούλευμα Πλημμελειοδικών
Από τη δίκη των βασανιστών
14.7.75


Ο Μήτσος πήρε τη βαλίτσα του που είχε χαθεί
στο πρακτορείο λεωφορείων Πρεβέζης. Ήσυχα και μοναχικά.
Ύστερα μπήκε στην Αθήνα, Κυριακή απόγευμα,
Τόσο απλά και τόσο αθόρυβα, να σπουδάσει ηλεκτρονικός.
Πέρασε δίπλα από κλειστές μάντρες υλικών οικοδομής
στην Ιερά οδό, από χαλασμένα φορτηγά, τρίκυκλα
και κλειστά μηχανουργεία στο Αιγάλεω.
Ο Μήτσος είδε από μακριά την Πεντέλη, τον Κεραμικό…
Αυτή είναι η Αθήνα, είπε. Πέρασε από την έρημη Ομόνοια.
Είδε έναν πατριώτη του φαντάρο. Έκανε πως δεν τον πρόσεξε.
«Ρε συ δεν είσαι ο Μήτσος
Και ο Μήτσος απάντησε «όχι»
σκεπτόμενος πράγματα πολύ συγκεχυμένα,
όπως τα παιδικά ξυπόλυτα χρόνια του
με αυτιά του γαϊδάρου στο χωριό
καθώς και κείνη τη Στέλλα από τη Βέροια που την αγάπησε
και εντούτοις παντρεύτηκε ζωέμπορο στη Λιβαδειά.
Αυτή είναι η Αθήνα, ξαναείπε ο Μήτσος.
Έφαγε μακαρονάδα το βράδυ
σε ψητοπωλείο της οδού Βερανζέρου – έκανε βόλτα.
Τη νύχτα κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο «Ωραία Ήπειρος»
της οδού Μενάνδρου.




Από τη συλλογή «Οι πυροτεχνουργοί» (1979).




~ *~


Σε μια παραλία το 1960


Σε μια παραλία το 1960 καθόταν μια οικογένεια.
Η μητέρα, ο πατέρας και το παιδί.
Ήταν Ιούλιος, Κυριακή πρωί,
και έτσι που το φως του ηλίου ήταν τόσο διάφανο,
το παιδάκι σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θάλασσα
ώσπου χάθηκε.

Γι’ αυτό είναι που από τότε στο βάθος του ορίζοντα
επιπλέει ένα άσπρο καπελάκι με μαύρη κορδέλα
και ταξιδεύει, ταξιδεύει σαν βαρκούλα.





Στη μάντρα του ασύλου


Καθόμασταν μια Κυριακή
στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου,
ώσπου ξάφνου σηκώθηκε ένας και είπε:
«Να μας πεις για εκείνη».

Και εγώ πήρα το λόγο και άρχισα:
«Σπίτι εξοχικό η ψυχή της, το χειμώνα,
όπου έβλεπες τα πορτοκάλια στην αυλή
και έλεγες κάποιος θα έρχεται,
κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δέντρα.
Άνοιξα τότε και μπήκα. Πυροβολεία εγκαταλειμμένα στα βουνά
από μιαν άλλη κατοχή συνάντησα,
νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών
με λαμπαδίτσες του Πάσχα
και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.
Και περνούσεν ο καιρός
κοινωνώντας πάντα μόνος τη βαθιά μοναξιά της
όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή,
ώσπου μετά από χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.
Όλοι γελούσαν σ’ εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι,
και αυτός ο πατέρας της διαρκώς έπλενε τα χέρια του
πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέληση της
στο μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα των επιθυμιών.
Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω.
Ήταν κρυφά δακρυσμένη, με το στήθος γυμνό
και τα μαλλιά της λυμένα.
Ωραιότατη κοιμωμένη για τον τάφο της, φώναξα,
στον άλλο κόσμο θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή,
ο σκοτεινός Αλφειός και η μακρινή Αρέθουσα,
για να σμίγουν τα νερά μας κάπου στα βάθη της θάλασσας.
Λεπτομέρειες δεν συγκρατώ πια. Την άνοιξη μόνο
στα φωτεινά μου διαλείμματα αμυδρά τη θυμούμαι».
Και μελαγχόλησαν όλοι μετά την αφήγησή μου αυτή,
και κανένας δεν μίλησε.
Το σούρουπο μόνο, εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα,
μου φώναξε ένας:
«Περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες».
Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά.
Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι,
γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου·
με παλτά. Σκισμένοι.
Με μια κομμένη ζώνη στη μέση. Εξομοιωμένοι.

Και στο τέλος εσύ. Μόνη.
Με το ραβδί ανιχνεύοντας το δρόμο, όπως οι τυφλοί.





Από τη συλλογή «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης», (1987).

Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργος Μαρκόπουλος - Ποιήματα 1968-2010 (Επιλογή)», εκδ. Κέδρος 2014.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, "Πιάνο βυθού"




ΟΔΙΚΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ


Όχι ταξίδια υπερατλαντικά, επιμένω·
ανύπαρκτα ταξίδια υπερατλαντικά.
Όμως εκείνα τα ολιγόλεπτα
Αντίρριο-Ρίο και Ωρωπός-Ερέτρια
πόσο θ' αντέξουν;
Δε φτάνει ο γερο-Πελοπόννησος με τη Στερεά
ψάχνετε κι άλλες αφελείς αυθάδειες της ξηράς μας.
Εδώ απροκάλυπτα φλερτάρει, λέτε,
η Βοιωτία με την Εύβοια.
Εκεί επιλήψιμα σχεδόν η Κόρινθος χαϊδεύει
το γεροντοκρατούμενο Λουτράκι.
Χαμηλού κόστους το έργο, μας βεβαιώνετε,
αφού το πεινασμένο χέρι του Περάματος
αδράχνει τους βουβώνες του Ναυστάθμου Σαλαμίνας.

Οδικές γέφυρες λοιπόν· να τρέχουνε
κουρσάκια κυριακάτικα
σαν μπάλες ποδοσφαίρου απ’ το ραδιόφωνο
και σαν αυγά σφιχτά κεφτέδες στο ασημόχαρτο·

ενώστε τα λοιπόν ενώστε τα όλα.
Μην τους αφήσετε
ούτ’ ένα υπαινιγμό
Αχερουσίας.





ΕΓΩ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ


Σε βλέπω τώρα που γερνάς
και είσαι η μόνη εναπομείνασα
με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται
με το κουμκάν της Τρίτης
το κολιέ τα σκουλαρίκια του ’50
και μου θυμίζεις τις καλές εποχές
που όλοι οι δικοί μας ζούσαν
και ρυθμίζατε το μέλλον μου
με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη.
Σε βλέπω και με πιάνει πανικός
να, ότι ζεις
κι απ’ ώρα σ’ ώρα
ότι ραγίζεις
και σου το λέω σαν να ’φταιγες εσύ
και μου απαντάς
διώχνε τις μαύρες σκέψεις όλοι κάποια μέρα
άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις
κοίταξε το μέλλον σου.

Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν
φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου
μια και το μόνο μέλλον μου είναι
να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.





ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ


Σφουγγαράκια συρμάτινα
τεχνολογία πλυντηρίων
κι εσύ φιλοτιμία των απορρυπαντικών
ποτέ δε θα μπορέσετε να σβήσετε
τα χείλη που ακουμπήσαν σε τυχαία ποτήρια.

Γι’ αυτό κι εμείς ελπίζουμε στα χείλη
όσων μας αρνηθήκανε φιλί
όπως τα διψασμένα χείλη των νεκρών
προσμένουν πάντα στα ποτήρια το φιλί μας.





ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΣΕ ΚΗΠΟ


Έχω βρεθεί όπως όλοι μας
σε πάμπολλα ξενοδοχεία.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο
κατευθύνομαι προς το μπαλκόνι
για να δω πού βλέπει:
σε κτίρια στο σταθμό ή στη θάλασσα
σ’ ένα φουγάρο τέλος πάντων
ή σ’ ένα βουνό
σε μιαν απώτατη αφορμή για ποίημα.

Όμως απόψε το δωμάτιο έβλεπε
σε κήπο. Με όλο λουλούδια
γαλάζια, μοβ, άσπρα και κίτρινα
και πίσω δέντρα
ανοιχτά πράσινα και σκούρα δέντρα.
Έσκυψα μήπως δω
κάτι οτιδήποτε άλλο· όμως παντού
λουλούδια, δέντρα και λουλούδια.

Κι ήταν αυτό
ένα ρίγος αγαλλίασης
ή φρίκης
σαν εγώ να βρισκόμουνα
μέσα σε ποίημα
άλλου.





ΟΙ ΑΙΘΕΡΕΣ ΕΧΟΥΝ ΕΝΑ ΜΑΓΙΚΟ ΡΑΒΔΑΚΙ


Σκάλα ψηλή σας οδηγεί στο αεροσκάφος
ενώ το πρόσωπό σας ήδη παίρνει
μιαν ώχρα μαρτυρίου σεπτού και Ανάληψης.

Αν προσγειωθείτε τελικά

έχετε κατεβαίνοντας
κάτι από το κενό
που ενανθρωπίστηκε.





ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΕΓΕ
ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ


    Λοιπόν γύριζε δήθεν άσκοπα του ποιήματός μου ο ήρωας, φοιτητής επί δικτατορίας ας υποθέσουμε, τότε αντιστασιακός οργανωμένος έστω, σαραντάρης σήμερα με φαλακρίτσα χτένιζε την Ομόνοια σε σαφάρι και δεν είχα τι να τόνε κάνω. Όμως εκείνος ήτανε μέσα στο μυαλό μου κι ήξερε καλά όλους τους ήρωες ποιημάτων που με συγκινούν, γι’ αυτό – κι όχι μονάχα – το θυμήθηκε το πατριωτάκι του τον Μήτσο σαν τον είδε απέναντι στο σουβλατζίδικο, τον «Μήτσο τον επιλοχία», τον έρμο και το σκοτεινό βασανιστή, ξέμπαρκο και που χάζευε πικρά στου Γ. Μ. το ποίημα· θυμήθηκε όμως και το ξύλο και τις μελανιές αλλά ιδίως το πώς τον είχε ο Μήτσος, δαγκώνοντας τη γόπα του σαν μπράτσο, κοιτάξει τότε, καθώς έβγαινε από την Ασφάλεια Μπουμπουλίνας, μα κι ο δικός μου πώς ότι τάχα δεν κατάλαβε,
    όμως τώρα, ήταν το θάρρος του πρώην θύματος, ήταν το απάνω χέρι του δημοκράτη νικητή, θες το gay movement, θες κι οι ενοχές του Μήτσου που προεξόφλησε αστραπιαία, «Ρε συ, εσύ δεν είσαι ο Μήτσος;» φώναξε, μα εκείνος έκανε και δεν είδε και δεν άκουσε, χάθηκε βλάχος σκοτεινός κασκέτο ντροπιασμένο της στοάς μέσα σε υδρόγεια σύννεφα ντονέρ.

    «Κρίμα που δεν μπορούμε να τα βρούμε ούτε στα ποιήματα», κατέβασε τα μάτια ο ήρωας μου· ταμείο και κόβοντας ένα ουρητήριο «Καυτή σάρκα» σινέ-Σταρ, έτοιμος πάλι για πολύ πιο προσγειωμένες περιπέτειες, «Άσε τους ποιητές, αναλογίστηκε, να πληρώνουνε πάντα τα σπασμένα».





Από τη συλλογή «Πιάνο βυθού» (1991).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα Τόμος Α΄ (1975-1996)», εκδ. Κέδρος, 2013.

Στην εικόνα: έργο του Γιάννη Κουνέλλη
(Πηγή: https://worldcity.wordpress.com/).

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Βασίλης Νιτσιάκος, "Το τραίνο"




Το τρένο

Είχαν αλλάξει πορεία. Δεν πήγαινε άλλο. Είχαν μείνει μόνον οι δρόμοι. Κι αυτοί στρωμένοι άσφαλτο. Ούτε στα οχτώματα δε φύτρωνε χορτάρι. Σπαρμένα τα πάντα. Άνοιξη. Τους είχαν προειδοποιήσει. Τελευταία φορά. Δεν θα τους χαρίζονταν άλλο. Το ήξεραν. Την τελευταία φορά το είχαν πληρώσει ακριβά. Παντού τζερεμέδες. Κρυφοί ή φανεροί. Μπαξίσια ή πρόστιμα. Περίμεναν το σκοτάδι της νύχτας να χορτάσουν τα ζωντανά τους. Το ’χαν πάρει χαμπάρι. Δραγάτηδες παντού. Έμενε μόνον ο δρόμος. Κι αυτός άσφαλτος. Κι ήθελε κι άλλη προσοχή. Κίνηση. Η λάμψη των ομματιών των ζώων χανόταν μπρος τη δύναμη των προβολέων. Δεκάδες θύματα. Άνοιγαν οι επικοινωνίες. Και στένευαν τόσο γι’ αυτούς. Φράχτες κι απαγορευτικά παντού. Μαθαίνουν και τα ζώα να περπατούν σαν στρατιώτες. Σε τριάδες. Τα κουδούνια δεν έχουν περιθώρια να χτυπήσουν. Είναι κι αχρείαστα. Έπρεπε ν αλλάξουν πορεία. Όχι για καλύτερο. Για να περάσουν. Έπρεπε να βγουν στα Τέμπη. Να πάρουν το τρένο για τ’ Αμύνταιο. Διέσχιζαν τους αργυρούς ελαιώνες στα πόδια τ’ Ολύμπου. Παλιά εικόνα. Πήγαιναν αργά. Για να τυπωθεί καλά μέσα τους. Δεν ήξεραν για την επόμενη Άνοιξη. Όλα τ ανοίγματα που βλέπαν γύρω τους μεγάλωναν το δικό τους κλείσιμο. Ένα ασφυκτικό στρίμωγμα. Σαν αυτό που τους περίμενε στο τρένο. Στο τρένο που ξέραν μόνον οι άντρες. Και το περιγράφαν στις γυναίκες σαν ένα μεγάλο διαολόφιδο. Τρόμαξαν να βάλουν τα ζώα μέσα. Αγρίμια αξιολύπητα σ’ αυτά τα μαύρα μεγάλα κουτιά. Ώσπου να μάθουν. Ώσπου να ημερέψουν. Ώσπου να πεθάνουν λέγαν μέσα τους. Χιλιάδες ζωντανά με προσωπικότητα και όνομα. Τα φόρτωσαν σαν ζωντανό κρέας. Τους βγάλαν τα κουδούνια. Να μη μακελευτούν. Στα κριάρια κόψαν τα κέρατα. Σαστισμένοι άνθρωποι και ζωντανά. Στιβαγμένοι στα μαύρα κουτιά. Θαρρείς για το τελευταίο ταξίδι. Ξεκίνησαν. Είδαν το χάρο με τα μάτια τους. Απόλυτο σκοτάδι. Περιθώρια ούτε ν’ αναρωτηθούν. Δεν είχαν. Έπρεπε ν’ ανασαίνουν. Θα τους μέτραγαν. Θα τους μέτραγαν για να πληρώσουν. Ένας άντρας μοχθηρός με καπέλο και φακό στο χέρι. Κλώτσαγε τα ζώα με μανία. Ήξερε γι’ αυτή την πονηρή φάρα. Έψαχνε για κρυμμένους. Δεν τους πείραζε. Παρόλη την περηφάνεια τους. Είχαν μάθει. Απέναντι στην εξουσία ξεχνούσαν τα πάντα. Αρκεί να την ξεγελάσουν. Απέναντι σ’ αυτή γίνονταν και κουτοπόνηροι. Παράξενο. Η εξουσία γι’ αυτούς ήταν το καπέλο του εισπράκτορα και του χωροφύλακα. Κάθε καπέλο με κορόνα. Κι ήταν αντιφατική η στάση τους. Τη θαύμαζαν και την πολεμούσαν. Τη χάιδευαν και την έφτυναν. Την κολάκευαν και τη χλεύαζαν. Ένα παιχνίδι που δεν το όριζαν. Στην ασφυξία του βαγονιού κανείς δεν όριζε τίποτα. Ένα στρίμωγμα σαν κι αυτό που ένιωθαν έξω στην κοινωνία. Μόνο που εδώ ήταν σωματικό. Βιολογικό. Σήκωναν τα κεφάλια άνθρωποι και ζώα. Να πάρουν ανάσα. Κι ο άνθρωπος με το καπέλο επέμενε. Να κλωτσάει σώματα. Σώματα που κόντευαν να γίνουν πτώματα. Τους είχε πει ο βουλευτής κι ο γεωπόνος. Θα γλίτωναν απ’ την ταλαιπωρία. Τους το ’κανε ο πρώτος ρουσφέτι για τις ψήφους που του δώσαν. Θα νυχτώσουν στα Τέμπη και θα ξημερώσουν στο Αμύνταιο. Ποιος το φανταζόταν. Είναι μια νύχτα ατέλειωτη. Κι αυτοί ανήμποροι. Ακούν τη φοβερή μηχανή. Το μύλο αυτό του διαβόλου. Νιώθουν εντελώς ανίκανοι. Αυτοί οι παλικαράδες. Το δείχνει το βλέμμα τους. Δεν είναι φόβος. Ούτε τρόμος. Είναι η κατάλυση κάθε συναισθήματος. Ένα ξάφνιασμα που γεμίζει ηθική αμηχανία. Σαν τα θεριά που τα πιάνουν με ύπουλο τρόπο στα δόκανα. Δεν γνωρίζουν. Δεν γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται. Κι έχουν ακούσει πολλά. Πολλά γι’ αυτές τις μηχανές που τα βάζουν με το Θεό. Αυτοί πάντοτε φοβόντουσαν το Διάβολο πιότερο απ’ το Θεό. Γιατί ’ναι ύπουλος. Ο φόβος αυτός τους είχε ασκήσει σε μιαν ανάλογη συμπεριφορά. Άμυνα στους διαβόλους που ξεφύτρωναν διαρκώς στο δρόμο τους. Στους διαβόλους που παρουσιάζονταν με χίλια δυο ονόματα. Και τους απειλούσαν. Αυτές οι απειλές γίναν τώρα μία. Και μοναδική. Η απειλή της υπόστασής τους. Αυτό το μαύρο θεριό είναι η προσωποποίησή της. Το πρόσωπό του το αποκτά ακριβώς ενσαρκώνοντάς την. Δεν είναι μια απλή μηχανή. Είναι αυτό που φοβόντουσαν. Πως κάποτε θα ερχόταν. Κι ασφυκτιούν πιο πολύ όσο σκέφτονται. Όσο μπορούν να σκεφτούν. Το μυαλό τους πλημμύρισε. Εφιαλτικές εικόνες. Εικόνες θαμπές. Από την έλλειψη παραστάσεων. Με τις δικές τους δύσκολα συντίθεται. Ένα τόσο εφιαλτικό σκηνικό. Κενά. Συνεχώς κενά. Κενά που κάνουν όμως το σκοτάδι λιγότερο πυκνό. Από ό,τι οι πανικόβλητες σκέψεις. Είχαν ακούσει για μια γαλαρία. Ένιωθαν να ’ναι συνεχώς μέσα της. Άρχισαν να μετράνε πτώματα. Ξέχασαν το Αμύνταιο. Το Αμύνταιο δεν υπήρχε. Ήταν απλώς μια πρόφαση. Μια πρόφαση για την εξόντωσή τους. Δεν γνώριζαν και τον τόπο πέρ’ απ’ τα Τέμπη. Δεν μπορούσαν να φανταστούν. Τα Τέμπη είχαν γίνει ο Αχέροντάς τους. Και πλήρωναν και περατίκι. Πολλαπλάσιο με τους θανάτους των ζώων. Ούτε στις προφητείες του Πατροκοσμά. Δεν μπορούσαν να βρουν εξήγηση. Είχε πει πολλά για μηχανές. Και σιδερένια πουλιά στον ουρανό. Όμως δεν ξέραν να ’χε μιλήσει γι’ αυτόν. Το φιδόμορφο χάρο. Και κρατούσε. Ο απαίσιος θόρυβος. Και κρατούσε το βασανιστήριο. Το Αμύνταιο δεν υπήρχε. Ήταν απλώς μια πρόφαση.





Από το βιβλίο «ω λε λε», εκδ. Οδυσσέας, 1993.

Φωτογραφία: Matthew Malkiewicz
(Πηγή: https://allflavors.net/o-michanikos-pou-fotografizi-palia-trena/)

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Χρίστος Λάσκαρης, "Να τελειώνουμε!"





ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΟΠΩΣ ΠΑΛΙΑ


Δεν έρχεται όπως παλιά:
σα μια καλή φίλη
για ένα ευχάριστο απόγευμα.

Τώρα, όποτε θα ’ρθει,
θα είναι για ξεκαθάρισμα λογαριασμών.





ΑΠΛΩΣ, ΜΙΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ


Ούτε ευτυχισμένος,
ούτε δυστυχισμένος·
απλώς,
μια επιφάνεια,
που πάνω της
κάνει τσουλήθρα ο χρόνος.





ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ


Τη νύχτα όχι
δε θα μας την πάρουν,
δε θα μας την πάρουνε,
αγαπημένη.

Με τα κορμιά τους,
όλο και πιο πολλοί
θα την υπερασπίζουν εραστές.





ΜΙΛΟΥΝΕ ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ


Χειρονομούν,
μιλούνε ακατάπαυστα:
τι εύκολα που υπάρχουν!

Ενώ αυτός
−δυο τραπεζάκια διαφορά−
παλεύει
με τα σκοτεινά του δευτερόλεπτα.





ΑΝΙΑ


Με δυσκολία προχωράει η ζωή,
σαν άρρωστο απομεσήμερο,
σαν Κυριακή·

όπως σ’ ένα μπαλκόνι ένα σκυλί,
γαβγίζει από ανία.





ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ


Άνθρωποι που ταξιδεύουν μόνοι:
κατά κανόνα σιωπηλοί,
πιάνοντας θέση στο παράθυρο.
Δεν έχουνε αποσκευές,
δεν έχουνε κανέναν να τους περιμένει.
Συνέχεια κοιτάζουν έξω.

Αν κάποιος τους ρωτήσει πού πηγαίνουνε,
μοιάζουν σα να ’ρχονται από μακριά·
σα να μην έχουν καταλάβει την ερώτηση.





ΓΥΜΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Το κρύο πρόσωπο του φεγγαριού φοβάμαι,
τώρα που διαλύθηκαν όλοι οι μύθοι,
τώρα που το παράθυρό μου δεν το προστατεύει
καμιά τριανταφυλλιά.





Από τη συλλογή «Να τελειώνουμε!», 1986.
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Χρίστος Λάσκαρης - Ποιήματα», β΄ έκδοση, Γαβριηλίδης, 2009.
Στην εικόνα: Nigel Van Wieck: “Q Train”, (1990).

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Αργύρης Χιόνης, "Ό,τι περιγράφω με περιγράφει"




Από τις «Εκδοχές του τέλους»


IX

στον Δημήτρη Χαρίτο

Εν’ ασημένιο κέρμα το φεγγάρι, που κάποτε τινάξαν στο διάστημα οι θεοί, κορώνα γράμματα την τύχη παίζοντας αυτού του κόσμου, εν’ ασημένιο κέρμα που δεν έπεσε ποτέ, αλλ’ έμεινε εκεί, μετέωρο, στο χάος. Γι’ αυτό και δεν αποφασίστηκε ακόμα η τύχη αυτού του κόσμου, γι’ αυτό κι αδιάκοπα κοιτάμε μ’ αγωνία το φεγγάρι, μην πάει και πέσει απ’ του χαμού μας την πλευρά.




ΧΙΙ


Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με αξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να επαινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι, σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ίδιος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσσεις την καλή ανατροφή σου.




                                                         ΧVΙΙ

                                                                      στη Χρύσα

                       Όταν σου αναγγείλουνε τον θάνατό μου,
                       κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
                       εν’ άδειο βάζο.

                       Θα το γέμιζες λουλούδια·
                       έτσι δεν είναι;





Από τα «Ιδεογράμματα Β΄»
(Είκοσι ένα τάνκα)



                                           ε΄

                           Αν ακονίζεις
                           το μαχαίρι αδιάκοπα,
                           θα το αφανίζεις·

                           στα χέρια σου θα μείνει
                           μόνο η άχρηστη λαβή.




                                          κ΄

                           Από τα πόδια
                           ως την κορφή, μετριέται
                           μόνο το ύψος.

                           Το ανάστημα αρχινά
                           πάνω από το κεφάλι.





Από τη συλλογή «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, Ποίηση δωματίου».
Πηγή: το βιβλίο «Το περιέχον περιεχόμενον - Ο ποιητής Αργύρης Χιόνης (1943-2011)». Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος & εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Νίκος Γκάτσος, "Ο ιππότης και ο θάνατος"




Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

(1513)

Dürer zum Gedächtnis



Καθώς σε βλέπω ακίνητο
Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι του Αη-Γιωργιού να
         ταξιδεύεις στα χρόνια
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Σ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβυστείς κι εσύ παντοτινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε
         γέννησε
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Μια νεραντζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους
Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου
Με τον Αντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα
Με το Ποτάμι τ᾿ Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο
Και με τ’ Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει —
Μπορώ να βάλω λιβάδια
Νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας
Κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω
Μ᾿ ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο
Με του Πλαπούτα τ’ άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.
Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά
Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου
Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν
Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού
Μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου
Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλληκαριάς
Θα βάλω τώρα κοντά σου
Τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού
Και τα κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας.


Αυτός ο μαύρος τόπος
Θα πρασινίσει κάποτε.
Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ’ αναποδογυρίσει τ’ αμάξια
Θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη
Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες
Εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο
Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά
Θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.


Μα συ θα μένεις ακίνητος
Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι τ’ Αη-Γιωργιού θα
         ταξιδεύεις στα χρόνια
Ένας ανήσυχος κυνηγός απ’ τη γενιά των ηρώων
Μ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβυστείς και συ παντοτεινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε
         γέννησε
Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν’ αντηχήσουν
Βαριά σφυριά της υπομονής
Όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά
Αλλά για κλαδευτήρια κι αλέτρια.





Από τη συλλογή «Αμοργός», 6η έκδοση, 1990, εκδ. Κέδρος.
Στην εικόνα: Albrecht Durer, "Knight, Death and the Devil (The Rider)", 1513.