Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης, "Εγχειρίδιο ευθανασίας"




Τόσα άστρα
κι εγώ να λιμοκτονώ.


Το άγαλμα


      Ήταν μαύρες μέρες, πυροβολισμοί παντού, η πόλη ανάστατη, τα πλήθη τρέχαν εξαγριωμένα, «κρύψε με», φώναξα απελπισμένος κι αγκάλιασα το άγαλμα στην πλατεία. Κι όταν μ’ έφτασαν, δε βρήκαν παρά το έρημο άγαλμα και στα πόδια του ένα σκυλί στεκόταν σαστισμένο,
      που το πυροβόλησαν οι άθλιοι.





Εκτός βολής


      Και κάθε φορά που με ταπεινώνουν, νιώθω μιαν ανείπωτη αγαλλίαση που τους ξεγέλασα − γιατί εγώ είμαι καλά προφυλαγμένος στο πατρικό σπίτι, πίσω απ’ τον κομό, εκεί που κρυβόμαστε για να κλάψουμε
      χωρίς ποτέ να μάθουμε γιατί κλαίμε.





Παρομοιώσεις


Σαν τον ποιητή που σκίζει τα χειρόγραφά του και φεύγει για τον
      Ωκεανό
σαν τη γυναίκα που αφήνει την κουρτίνα να πέσει κι ενδίδει
σαν ένα προάστιο πολύ μεγάλο για ένα ραχητικό παιδί
σαν το θολό γέλιο του παρείσακτου σ’ ένα σπίτι που εορτάζει
σαν τους αλήτες που πετάνε μια πέτρα στον ουρανό
σαν αυτό που λέγαμε κάποτε «μια μεγάλη εποχή!»
σαν τα μικρά ραφτάδικα στις συνοικίες, όπου ντύνεται κανείς για
      να πεθάνει…





Βιβλίο ασκήσεων


      Την πρώτη φορά που ενέδωσα, σκέφτηκα ύστερα απελπισμένος να πάω να πνιγώ. Τη δεύτερη φορά μού αρκούσε να κοιτάω απλώς τη θάλασσα.
      Τώρα σιχαίνομαι ακόμα και το νερό.





Δυσδιάκριτες εργασίες


      Κι η μητέρα, θυμάμαι, «όλη την ημέρα κάθεσαι», μου ’λεγε με καημό, «δεν κάθομαι, μητέρα», της απαντούσα.
      Και πραγματικά απ’ το κοντινό νεκροταφείο ερχόταν μια μυρωδιά απαλή − σαν να ’χε κι η ματαιότητα κάποιο νόημα.





Υιική στοργή


      Η μητέρα μου, απ’ τις καλές πλύστρες του καιρού της, έπασχε από αρθριτικά κι ήτανε δύσκολο τώρα να κατέβει.
      Έπρεπε, λοιπόν, εγώ κάθε νύχτα ν’ ανεβαίνω στον ουρανό.





Στη διάθεση των ανέμων


      Έσπρωξα, λοιπόν, με λύσσα τον καμπούρη κι έτρεξα στο προαύλιο, «να κάνω τι;» αναρωτήθηκα άξαφνα, κι αχ αυτή η ανεμελιά μου έφταιξε − είχε μείνει ανοιχτό το παράθυρο κι ο αέρας αναποδογύρισε το μελανοδοχείο
      αφήνοντας αυτή τη μαύρη ιστορία πάνω στο τραπέζι.






Σπίτια πάνω σε ράγιες


      Παρ’ όλο το σεβασμό μου στις ανακρίβειες που συχνά μου έσωσαν τη ζωή, πρέπει να παραδεχτώ: υπήρξα ένας ιδανικός ασθενής, με τις παγίδες μου ωραία στημένες κάτω απ’ την καρέκλα, μόνο μια λεπτομέρεια μ’ ενοχλούσε: το καπέλο μου δε φαινόταν μέσα στον καθρέφτη, αφού τα πουλιά με είχαν ξεχάσει στην παιδική ηλικία κι ύστερα, όταν βραδιάζει, στο σταθμό είναι πιο όμορφα απ’ ό,τι στην κάμαρα, διότι καταρχήν είσαι άοπλος, ενώ περπατώντας πάνω στις ράγιες συνεχίζεις ένα παλιό σου όνειρο ή θυμάσαι τα σπίτια που έζησες και που οι γυναίκες άφηναν το ράψιμο μονάχα για να κλάψουν.





Η μαγεία


      Εκείνο που λυπόμουν περισσότερο ήταν οι ανεμοδείχτες, στεκόμουν, λοιπόν, στην είσοδο των μαγαζιών περιμένοντας να με ρωτήσουν, ώσπου βράδιαζε, έβγαζα τότε τα παπούτσια μου κι ακολουθούσα από μακριά το λεωφορείο − κι όχι, δεν παραλογίζομαι, φίλοι μου, αλλά είναι η μαγεία που έχουν οι λέξεις όταν δε θέλουν να πουν τίποτα, όπως και το παράδοξο αυτό ταξίδι μας μέσα στον κόσμο δε θα ’χε καμιά σημασία.
      αν ήταν αληθινό.





Από τη συλλογή «Εγχειρίδιο ευθανασίας», 1979.
Πηγή: «Τάσος Λειβαδίτης - Ποίηση, (Τόμος τρίτος 1979 - 1987)», εκδ. Κέδρος 2003, 6η έκδοση.
Στην εικόνα: Σκίτσο του Τάσου Λειβαδίτη από τον Γιάννη Ρίτσο.