Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Κωνσταντίνος Κομιανός, "Έκθετοι μονόλογοι"




~*~

Αχαρτογράφητα τοπία
οι υλικοί δεσμοί
των ενάρετων επιθυμιών μου





ΟΜΗΡΟΙ ΖΩΗΣ


Σπίτια φυλακές ορθογώνιες καθ’ ύψος·
ρώγες άνθρωποι στις κληματαριές μπαλκόνια
απλωμένες σταφίδες στων ασπρόρουχων το αρμίδι

Και πόσες θλίψεις σταφιδιασμένες
στης παλάμης την απλοχεριά





~*~

Ασθμαίνει η ψυχή μου
εμπρός στο βωμό
του ανώφελου δίκιου





~*~

Τα σκέλεθρα της νιότης μου
οργώνουν τη ζωή μου





ΔΙΑΦΑΝΟ ΔΕΡΑΣ


Στο λαγούμι της ζωής φτυαρίζω
ώρες και μέρες

Κάθε φτυαριά
μερικά δράμια αυταπάτης έξω από το λάκκο
μερικούς πόντους εγγύτερος
στη σάρκα και τα οστά της ύπαρξής μου
σοδιάζοντας ό,τι έχω σπείρει

Και η ψυχή από ψηλά να κοιτάει
ίδια και απαράλλαχτη

Όπως την πρώτη μέρα που άρχισα να σκάβω





ΠΛΗΓΩΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ


Ευκρινώς παραλληλόγραμμες στο σχήμα
πλάκες, κομμάτια στη σειρά τοποθετημένα
με μια ομοιομορφία διάχρονη
Και είμαι στο κατόπι τους εποπτεύοντας στιγμές

Αυτή η ακαμψία τους η δομική πώς με διαολίζει
τη στιγμή που λυγίζω σαν κλαρί λεύκας στον άνεμο
Μια μετακίνηση αδύναμης θέλησης
όχι από ηθική αδυναμία αλλά σωματική καχεξία

Πώς ένα σώμα να σηκώσει τόσο ήθος
σφιγμένο σαν από τανάλια σε τσιμεντένιο καλούπι
οριοθετημένο από την ακατάσχετη φλυαρία
των περιορισμών μιας έκκεντρης μετακίνησης

Στην ακάνθινη γη πατούσαν ξυπόλητες οι προσμονές
πότιζε τη δίψα θειάφι −πυρομανούς ήλιου παρουσία
στου όζοντος το στρώμα απουσία− οδυνηρή
η έκθεση στην καθεστηκυία αντίληψή του·
ακρίδες μόλυναν την επιούσια αναπνοή
έραινε την τόλμη ιδρώτας κι ύστερα… έδυσαν κι οι πνοές

Και να η αντίθεση, θαυμάστε ένα ράκος
να περπατάει σε στιβαρό πεζοδρόμιο





ΟΡΙΣΤΙΚΟ


Το σκεφτόμουν καιρό κάμποσο
μα δεν ήταν η δυσκολία της σκέψης το πρόβλημα
αλλά η απόφαση της εφαρμογής της

Στο τέλος είπα να το δοκιμάσω·
να παραιτηθώ των επιθυμιών
για να με αποθυμήσουν οι απογοητεύσεις





Από τη συλλογή «Έκθετοι Μονόλογοι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2018.