Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Κλείτος Κύρου, "Αναζήτηση"




ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ


Απόψε βασανίστηκαν και πάλι οι αρχαίες μνήμες
Απόψε εξαντλήθηκαν οι τελευταίες αναμονές
Η νύχτα καταθλιπτικά γέρνει επάνω στις ψυχές μας
Κι εμείς του κάκου ψάχνουμε μιαν ήλιου αναλαμπή
Μονάχοι ολομόναχοι στα ρίγη του χειμώνα
Ζητούμε λίγη ζεστασιά σε σκορπισμένες στάχτες
Χάσαμε καθρεφτίσματα σε λαμπερά φευγάτα μάτια
Ψάχνουμε είδωλα νεκρά σε λίμνες που έχουν στερέψει
Όλα μας άφησαν γοργά − τα πεύκα οι αμμουδιές
Του ανέμου τα σφυρίγματα τα χάδια οι επάλξεις


Κι όμως το ξέρουμε καλά προτού να ξημερώσει
Θα ξαναγεννηθούν οι αναμονές οι ελπίδες θα πληθαίνουν





ΠΡΟΣΜΟΝΗ


Όταν προσμέναμε σε δωμάτια φορτωμένα καπνούς
      κι απαντοχή
Κοιτάζοντας ανήσυχα από το παράθυρο
Όταν βηματίζαμε σε υγρές δεντροστοιχίες
Κουτσαίνοντας από έρωτα
Όταν καρφώναμε το μάτι στο σκάκι του λιθόστρωτου
Δαγκώνοντας με απόγνωση τα νύχια
Όταν νομίζαμε πως χτυπούσαν την πόρτα
Όταν οι δείχτες αγκομαχούσαν
Και οι άνθρωποι μάς βλέπαν λοξά και περίεργα
Όταν ψάχναμε τα χαμένα χειρόγραφα στο δάσος
Όταν ακόμη ελπίζαμε
Οι γυναίκες όλες είχαν λιποτακτήσει πια
Η μία μετά την άλλη





ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

                                                        «… qui ne pouvait pas
                                                   croire à la fin du voyage»

                                                               J. SUPERVIELLE


Το τέλος ενός ταξιδιού μοιάζει πάντοτε με προδοσία
Μοιάζει με τις φυλακισμένες αναμνήσεις
Πως ήμασταν κάποτε νέοι
Και πιάναμε το σφυγμό της γης
Και γέρναμε απρόσεχτα στα κάγκελα της νύχτας
Μια σύντομη εναλλαγή
Κάθε φορά και νέες γνωριμίες
Ξεχνιούνται γρήγορα σαν τις παλιές κινηματογραφικές
      ταινίες
Τα ξενοδοχεία σού γνέφουν ερεθιστικά
Και φωτίζονται τη νύχτα με υποσχέσεις
Ανηφορίζεις την ανησυχία σου
Και φτάνεις στα τελευταία περίπου σπίτια μιας επαρχιακής
      πολιτείας
Εκεί ανάβεις την προσδοκία σου
Και ταλαντεύεσαι ανάμεσα στις τρεις αδερφές
Τρεις αδερφές τριπλή χαρά συλλαβίζεις με θλίψη
Σου εξηγούν πως το χιόνι θα στρώσει
Μα οι ματιές αφήνουν αυλάκια πύρινα το κατόπι τους
Νιώθεις απύθμενα ρίγη καθώς το τζάκι γελάει
Σκέφτεσαι την αυγή θα ’σαι φευγάτος
Κάθε άνθρωπος έστω και ο πιο άσημος θα προδοθεί κάποια
      μέρα
Πολύ πριν απ’ το σπασμό
Ύστερα από την προσφορά του κυκλάμινου
Κάποιος φίλος ψιθύριζε κλεφτά
Πως κάποτε ένα σούρουπο
Έκλαψε ασυλλόγιστα μες στο μουσείο
Μπροστά στον πίνακα ενός ανώνυμου του 14ου αιώνα
Δεν ξαφνιαστήκαμε
Θρηνήσαμε κι εμείς χειρότερα
Για ακατάληπτα σχήματα
Για μουσικές αγίνωτες
Για έρωτες που εκπληρώθηκαν και για έρωτες που δεν θα
      ξαναρθούν


Ένα ταξίδι τελείωσε
Τώρα
Στην κορφή του ήρεμου βουνού
Σταυρώθηκαν οι τριάντα μας πόθοι
Κι ολονυχτίς υφαίνουμε τον σάλαγο της φλύαρής μας μνήμης





ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗ


Τ’ αστέρια διαγράφαν το χαμό τους σε θριαμβικές τροχιές
Οι ψαράδες χτυπούσαν τη θάλασσα με τη λαπούτα
Σε οκνά διαστήματα
Ταράζοντας τα ψάρια
Η πανάρχαιη νύχτα ξεδίπλωνε τον αμείλιχτο πέπλο της
Η υδάτινη σιωπή που ενσαρκώναν τα φύκια
Ενίσχυε τη θέλησή μας


Κι ήμασταν εμείς που θραφήκαμε μόνο με παρελθόν
Αποδιώχναμε το μέλλον όμοια όπως διώχνουμε μια μέλισσα
      που πάει να μας κεντρίσει
Καταδικάζαμε τη μετάνοια
Λατρεύαμε την τομή της σελήνης με το κλωνάρι της
      ροδακινιάς
Βαραίναμε πιότερο ύστερα από μιαν ανώφελη και μάταιη
      συνουσία
Τρομάζαμε στη σκέψη ενός έρωτα μελλούμενου
Παραδεχόμασταν με θάρρος το ξεφάντωμα της συντριβής


Μπορεί να ξεφτίσει μια τέτοια μνήμη;
Σαββάτο βράδυ
Δεν μιλούσαμε
Φιλούσα μόνο τα χυτά σου μαλλιά





ΕΙΣΒΟΛΗ


Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες
Από τα δυτικά προάστια της πολιτείας
Γυναίκες με μπόγους στους ώμους
Αστοί φορτωμένοι χρυσάφι και τρόμο
Τα βαπόρια σφυρίζαν με απόγνωση
Οι επιβάτες συνωθούνταν χλομοί και αμφίβολοι
Το λιμάνι καιγόνταν σαν δέντρο Χριστουγέννων
Αλλόφρονες δρόμοι
Ανοχύρωτη πόλη ψιθύριζαν κηρύχτηκε ανοχύρωτη
Το βράδυ φύσηξε μια ορφανή πειθαρχία
Συναχτήκαμε σε σπίτια συγγενικά
Κι ακούγαμε τις ανατινάξεις να κλυδωνίζουν
Τα ξάρτια της νύχτας
Πλαγιάσαμε κατόπι σ’ ένα πέτρινο μεταίχμιο
Πληγώσαμε τη σκέψη
Κάναμε υποθέσεις
Μπροστά σ’ ένα γρίφο με αυστηρή θωριά
Αλήθεια πώς θα ξημερωνόμασταν
Κανένας δε φαντάστηκε
Κανένας δε μάντεψε
Κανένας


Η μέρα πουλήθηκε το άλλο πρωί στις οχτώ
Μα δε φρόντισε κανείς να παραχώσει λίγον ήλιο στο χώμα
Το γέλιο στέγνωσε
Τ’ αστέρια σκουριάσαν
Τα δάχτυλα λιγοστέψαν
Στην καρδιά μας απλώθηκε ένας κάκτος
Νιώθαμε μόνοι τόσο μόνοι
Λες και μας αρνήθηκε μια γυναίκα
Μια γυναίκα πικρή
Μια γυναίκα ακατάληπτη
Μια γυναίκα που χαμογελούσε
Κι όμως ψιθύριζε ανελέητα
Το όχι





ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ


Παραθαλάσσιο κέντρο
Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
Μουσική χειροκροτήματα
Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
Τα παιδιά τρέχουν
Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
Τραγούδια
(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)


Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
Βραδιάζει
Οι εκδρομείς επιστρέφουν
Με λουλούδια
Με λιοκαμένα πρόσωπα
Χαρούμενοι
(Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)


Άγγλοι αντιπαθητικοί
Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετυλίνης
Οι δρόμοι αδειάζουν
Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
Λαχανιασμένοι ψίθυροι
(Νιώθουμε ξένοι
Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)


Ποιος θα μας σώσει
Ποιος θα μας ξεκουράσει
Κατά πού να γυρίσουμε
(Είμαστε νικημένοι
Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)





Από τη συλλογή «Αναζήτηση - Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής», [1949].
Πηγή: Η συγκεντρωτική έκδοση «Κλείτος Κύρου, εν όλω ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ, 1943-1997», εκδ. Άγρα, 2006.