Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Γιώργος Δελιόπουλος, "Επισκέπτης Άγγελος"





Φρουροί


Μαλώναμε Δημήτρη για τα ρούχα των ληστών. Ρίχναμε ζάρια, παίζαμε χαρτιά, ποιος θα κερδίσει την αόρατη γραβάτα, το ακριβό πουκάμισο, ποιος το φθαρμένο παντελόνι και τα χάρτινα παπούτσια. Ώρες κάτω από ξύλινους σταυρούς, σε άγονα υψώματα, πάνω από τα κεφάλια μας τη γλίτωναν ληστές και κάρφωναν θεούς. Γύρω μας έκτιζαν από σταυρούς ανάκτορα, γκρέμιζαν είδωλα και μάθαιναν καινούριες προσευχές. Όμως εσύ κι εγώ ακίνητοι εκεί, μαλώνοντας για λίγα ξένα ρούχα, ήμασταν δυο απλοί φρουροί, τίποτα τελικά δεν ήταν σίγουρα δικό μας, ούτε καν η απόφαση να ζήσουμε ποντάροντας στον θάνατο των άλλων.





Η γλώσσα των ανθρώπων


Για να καταλάβω τους ανθρώπους
έμαθα τη γλώσσα τους
κι έπρεπε να ξέρω
πως η γλώσσα κρύβει ανοιχτές πληγές
άλλοτε γιατρεύονται κι άλλοτε σκοτώνουν
έπρεπε να ξέρω
πως κοστίζουν ακριβά τα μεγάλα λόγια
και παλιώνουν γρήγορα μέσα στην ψυχή
έπρεπε να ξέρω
πως δε γράφεις τη ζωή μοναχά με λέξεις
κι απ’ τις λέξεις μόνο δε γνωρίζεις τίποτα.

Όμως αυτά δε μου τα έμαθαν ποτέ.







Βαφείς του γκρίζου


Για λίγα μόνο κατοστάρικα
δεν είπαμε το μαύρο μαύρο
                     το λευκό λευκό
και βάψαμε τους τοίχους της σιωπής
από το φόβο των σκληρών χρωματισμών
σε μια φθηνή απόχρωση του γκρίζου.
Από τους τοίχους της σιωπής
έκτοτε ξεφλουδίζονται
μονάχα γκρίζες λέξεις.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε τον κανόνα
τα πράγματα, οι λέξεις και οι άνθρωποι
εγχρωματίζονται πιστά στους γύρω τοίχους
κι εμείς για λίγα μόνο κατοστάρικα
βάψαμε γκρίζα μια ασπρόμαυρη ζωή.





Παιδική θάλασσα


Στα παιδικά μας όνειρα υπήρχε μία θάλασσα
και μέσα της ταξίδευαν αμέριμνα τα πλοία
ελεύθεροι κυματισμοί έφερναν ξένα γράμματα
κι ατίθασοι αγέρηδες σκορπούσαν κάθε βλέμμα
στον ανοιχτό ορίζοντα.

Τώρα πια μεγαλώσαμε
τα παραμύθια πέτρωσαν
κτίζουμε κάθε μέρα φράχτες
κομματιάζοντας τα κύματα
χωρίζοντας τα βλέμματα στα δύο.
Τώρα πια δεν υπάρχει μ ία θάλασσα
υπάρχει μόνο το εδώ ή το εκεί
το πρόσωπό μου ή το πρόσωπό σου
ο βυθός μου ή ο βυθός σου.

Ας είναι, μας αρέσουν τα διλήμματα
και μας γερνούν οι απαντήσεις.





Το σώμα

                                               Το σώμα είναι η Νίκη και
                                                       η Ήττα των ονείρων
                                                       (Κ. Αγγελάκη-Ρουκ,
                             "Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό")


Ακούστε! ακούστε
το αίμα πώς κοχλάζει στο κορμί μου!
Δείτε! δείτε
πώς ξεπηδά από τις φλέβες των ονείρων!
Μυρίστε! μυρίστε
τα αρώματα της παιδικής μου λήθης!
Πιάστε! πιάστε
τα μαύρα μου μαλλιά να βγούμε έξω!
Πιείτε! πιείτε
το δάκρυ της παλλόμενης καρδιάς μου!
Πιστέψτε! πιστέψτε
πως το σώμα είναι η μόνη μου Αλήθεια!





Από τη συλλογή «Επισκέπτης Άγγελος», Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, 2015.

Στις εικόνες: Έργα της εικαστικού Γλύκας Διονυσοπούλου τα οποία κοσμούν την ποιητική συλλογή.

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Έντιθ Σέντεργκραν, Τούμας Τρανστρέμερ, "Δύο ποιήματα", (μετάφραση - επίμετρο: Δέσποινα Καϊτατζή - Χουλιούμη)



Δύο ποιήματα, της Έντιθ Σέντεργκραν και του Τούμας Τρανστρέμερ, από το δίγλωσσο ποιητικό βιβλίο «Δέρμα από πεταλούδες - Επιλογές σουηδικής ποίησης», σε μετάφραση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, που αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός των ημερών από τις Εκδόσεις Intellectum.




ΛΕΞΕΙΣ


Ζεστές λέξεις, όμορφες λέξεις, βαθιές λέξεις ...
Είναι σαν άρωμα απ’ ένα λουλούδι τη νύχτα

που κανείς δεν βλέπει.

Από πίσω τους παραμονεύει το άδειο διάστημα ...

Να είναι άραγε ο ελισσόμενος καπνός
από τον καυτό πυρήνα της αγάπης;



Έντιθ Σέντεργκραν, "Ποιήματα", (1916).



ORD


Varma ord, vackra ord, djupa ord...
De äro som doften av en blomma i natten

den man icke ser.

Bakom dem lurar den tomma rymden...

Kanske de äro den ringlande röken
från kärlekens varma härd?



Edith Södergran, "Dikter", (1916).






ALLEGRO


Παίζω Χάιντ μετά από μια σκοτεινή μέρα
και αισθάνομαι μια απλή ζέστη στα χέρια.

Τα πλήκτρα θέλουν. Χτυπούν απαλά σφυριά.
Οι τόνοι είναι πράσινοι, ζωντανοί, γαλήνιοι.

Οι τόνοι λένε ότι η ελευθερία υπάρχει
και ότι κάποιος δε πληρώνει φόρο στον Καίσαρα.

Βάζω τα χέρια στις χαϊντοτσέπες μου
και μιμούμαι κάποιον που κοιτά τον κόσμο ήρεμα.

Σηκώνω την χαϊντοσημαία μου – που σημαίνει:
Δεν υποτασσόμαστε. Θέλουμε όμως ειρήνη.”

Η μουσική είναι ένα γυάλινο σπίτι στην πλαγιά
όπου οι πέτρες πετούν, οι πέτρες κυλάνε.

Οι πέτρες κυλώντας το διαπερνούν
μα άθικτο παραμένει κάθε του τζάμι.



Τούμας Τρανστρέμερ, "Ο ημιτελής ουρανός", (1962).



ALLEGRO


Jag spelar Haydn efter en svart dag
och känner en enkel värme i händerna.

Tangenterna vill. Milda hammare slår.
Klangen är grön, livlig och stilla.

Klangen säger att friheten finns
och att någon inte ger kejsaren skatt.

Jag kör ner händerna i mina haydnfickor
och härmar en som ser lugnt på världen.

Jag hissar haydnflaggan – det betyder:
”Vi ger oss inte. Men vill fred.”

Musiken är ett glashus på sluttningen
där stenarna flyger, stenarna rullar.

Och stenarna rullar tvärs igenom
men varje ruta förblir hel.



Tomas Tranströmer, "Den halvfärdiga himlen", (1962).



ΕΝΤΙΘ ΣΕΝΤΕΡΓΚΡΑΝ (1892 - 1923). Η Έντιθ Σέντεργκραν δηλώνει σε μια εισαγωγική σημείωση: «Ότι η ποίησή μου είναι ποίηση κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί, ότι είναι έμμετρος λόγος δεν μπορώ να ισχυριστώ. Προσπάθησα να φέρω μερικά αντιφατικά ποιήματα σ’ έναν ρυθμό κι έτσι μου έγινε κατανοητό ότι κατέχω τη δύναμη του λόγου και της εικόνας μόνο υπό πλήρη ελευθερία, δηλαδή σε βάρος του ρυθμού. Τα ποιήματά μου μπορούν να εκληφθούν ως απρόσεκτα ιχνογραφήματα. Όσο αφορά το περιεχόμενο, αφήνω τη συνείδησή μου να δομήσει ότι ο νους μου παρατηρεί σε μια στάση αναμονής. Η αυτοπεποίθησή μου οφείλεται στο ότι έχω αίσθηση της διάστασής μου. Δεν μου αρμόζει να κάνω τον εαυτό μικρότερο απ’ ό,τι είμαι.» Η λύρα του Σεπτέμβρη, (1918).
    Η Έντιθ Ιρένε Σέντεργκραν, Φιλανδοσουηδή ποιήτρια, γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη στις 4.4.1892 και πέθανε στις 24.6.1923 στη Ραϊβόλα της Φιλανδίας. Πατέρας της ήταν ο Ματίας Σέντεργκραν και μητέρα της η Χελένα Χόλμρους. Πήρε γερμανική εκπαίδευση στην Αγία Πετρούπολη και έζησε σε πολυπολιτισμικό και πολύγλωσσο περιβάλλον. Πέθανε από φυματίωση όπως και ο πατέρας της.
     Η Έντιθ Σέντεργκραν ήταν η πρώτη Σκανδιναβή μοντερνίστρια. Κατά την εποχή της, ιδέες και σκέψεις για την ανανέωση όλων των αξιών για ένα ισχυρό και δημιουργικό άτομο, ενώθηκαν στο πνεύμα της χειραφετημένης «μοντέρνας γυναίκας». Με το καινοτόμο, οραματικό και ριζοσπαστικό έργο της εισήγαγε στην σκανδιναβική ποίηση τα ευρωπαϊκά ρεύματα, όπως τον συμβολισμό, τον εξπρεσιονισμό και τη ρωσική πρωτοπορία. Το καινοτόμο και ανατρεπτικό έργο της που μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες αποτελείται από τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: «Ποιήματα», (1916), (από την οποία και τα οκτώ ποιήματα σ’ αυτόν τον τόμο), «Η λύρα του Σεπτέμβρη», (1918), «Ανάκατες παρατηρήσεις» (αφορισμοί), (1919), «Ο βωμός του ρόδου», (1919), «Του μέλλοντος σκιά», (1920), και μετά θάνατον «Η χώρα που δεν είναι» [Εναπομειναντα ποιήματα] (1925).



ΤΟΥΜΑΣ ΤΡΑΝΣΤΡΕΜΕΡ (1931-2015). Ο Τούμας Γέστα Τρανστρέμερ, Σουηδός ποιητής και μεταφραστής, γεννήθηκε στη Στοκχόλμη στις 15.4.1931 όπου και πέθανε στις 26.3.2015. Ήταν ψυχολόγος και εργάστηκε σε διάφορα ιδρύματα. Ήταν λάτρης της ποίησης και της μουσικής. Το 2011 η Σουηδική Ακαδημία τού απένειμε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το έργο του Τούμας Τρανστρέμερ είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο και έχει μεταφραστεί σε εξήντα γλώσσες. Το συνολικό ποιητικό έργο του εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Printa, το 2004, σε μετάφραση του Βασίλη Παπαγεωργίου.
    "Το έργο του χαρακτηρίζεται από την αγάπη του για τη σκανδιναβική φύση και διαπνέεται από  πνευματικότητα. Χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και λυρισμό, από μια καλά μελετημένη και αρμονική φόρμα επίσης δε από μια θρησκευτική πνευματικότητα. Είναι πιστός στην παράδοση και συγχρόνως αποτελεί μέρος των νεωτεριστικών ρευμάτων. Το έργο του συνδέει αρμονικά διαφορετικά καλλιτεχνικά είδη." "..." Ο Tomas Tranströmer είναι ένας καλλιτέχνης του οποίου το λυρικό έργο μπορεί να περιγραφεί με τους ίδιους σχεδόν όρους που χρησιμοποίησε ο ίδιος του για να περιγράψει το μουσικό έργο του Edvard Grieg”. MagdalenaSylk
http://signum.se/tomastranstromer-%E2%80%93-en-konstnar-i-norr/.
    Το ποιητικό έργο του αποτελείται από τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: «17 ποιήματα», (1954), «Μυστικά καθ’ οδόν», (1958), «Ο ημιτελής ουρανός», (1962), «Ήχοι και ίχνη», (1966), «Βλέποντας στο σκοτάδι», (1970), «Μονοπάτια», (1973), «Θάλασσες της Βαλτικής», (1974), «Το φράγμα αλήθειας», (1978), «Η έρημη πλατεία», (1983), «Για ζωντανούς και νεκρούς», (1989), «Η πένθιμη γόνδολα», (1996), «Φυλακή», (2001), «Το μεγάλο αίνιγμα», (2004). Τα επτά ποιήματά του που περιέχονται στο παρόν βιβλίο είναι από τις ποιητικές συλλογές: «Ημιτελής ουρανός», «Η έρημη πλατεία», «Για ζωντανούς και νεκρούς» και «Η πένθιμη γόνδολα».




Η Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος -ψυχοθεραπεύτρια, (MSc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας, όπου έζησε και εργάστηκε στην Ανοιχτή Μονάδα της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ουψάλα, όπως και στο ΚΕΔΔΥ Σερρών, όπου και διετέλεσε Διοικητικός Προϊστάμενος, είναι μέλος της Εταιρίας «Η Συντροφιά της Karin Boye» (Karin Boye Sällskapet), και μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ). Έχει εκδώσει το δίγλωσσο ποιητικό βιβλίο «Δέρμα από πεταλούδες-Επιλογές σουηδικής ποίησης», 2018, εκδ. Intellectum σε δική της μετάφραση, καθώς και τις ποιητικές συλλογές «Λιγοστεύουν οι λέξεις», εκδ. Μελάνι, (2017), «Διαδρομές» εκδ. Γαβριηλίδης, (2015), «Συναισθηματικό αλφαβητάρι», εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS, (2009), «Ο Δρόμος», εκδ. Δήμου Σερρών (2006). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και περιέχονται σε ποιητικές ανθολογίες, όπως και μεταφράσεις της από τα σουηδικά. Είναι τακτική συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού http://www.intellectum.org, όπου δημοσιεύονται μεταφράσεις της. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά, αγγλικά, γερμανικά και βουλγαρικά.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Μαρίκα Συμεωνίδου, "Παράξενη εξήγηση 22"





~*~

Χάρτινα ξίφη
Ρυτίδωσαν το κύμα
Της ιστορίας




~*~

Η δειλία της
Το καταφύγιό του·
Επιβίωσε




~*~

Την αγάπησες
Όταν τη ζωγράφισε
Ο καθρέφτης σου.




~*~

Το ποίημά σου
Γράφεται στα μαλλιά μου
Με τα χέρια σου




[Επιλογές από την ενότητα: «Ξαφνιάσματα από μελάνι»]




~*~



ΕΤΣΙ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ


Έκαιγε σαν φανατικός ιεροεξεταστής τις αναμνήσεις
μέσα σε μία ώρα
είχε γεράσει
το πρόσωπό του είχε γίνει μάσκα
το βάδισμά του βαρύ
η γοητεία του πικρή
μόνο μια σταγόνα πλημμύριζε τη σκέψη του
η καρδιά της που κόντευε να σπάσει στην αγκαλιά του





ΑΡΩΜΑΤΑ


Χθες πέρασα
Από το νησί σου
Μύριζε μύρο και λιβάνι
Μετά από το σπίτι σου
Μύριζε παλιά βιβλία
Προχώρησα στη σκέψη σου
Μύριζε ρόδο και σοκολάτα
Συνέχισα πιο κει
Στην καρδιά σου
Μύριζε το άρωμά μου
Τρόμαξα





ΤΕΛΟΣ

                                στον Γιάννη και στην Κάλλια


Μόνο μη μου πάρεις
Το ποδήλατο
Τα ταξίδια
Τα βιβλία
Τον ήλιο
Τη μουσική
Τη θάλασσα
Κι εκείνο το μικρό βιβλιαράκι των Pink Floyd





ΤΟ ΞΕΡΩ


Το ξέρω πια
Έψαχνες να μπεις τόσα χρόνια στο πεπρωμένο μου
Σε κάποιο καφενείο έβρεχε αυτή σου η σκέψη
στο κρεβάτι ξαπλωμένος δίπλωνες το σεντόνι
για να μ’ εκτελέσεις
και στον καθρέφτη σου μια μέρα
είπες «αυτήν θέλω»
αθώα σαν μια πρώιμη άνοιξη
ή σαν μια αναπόφευκτη καταστροφή.




[Επιλογές από την ενότητα: «Υπόκλιση στα ανείπωτα»]





Από τη συλλογή «Παράξενη εξήγηση 22», εκδ. Γαβριηλίδης, 2018.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης, "Εγχειρίδιο ευθανασίας"




Τόσα άστρα
κι εγώ να λιμοκτονώ.


Το άγαλμα


      Ήταν μαύρες μέρες, πυροβολισμοί παντού, η πόλη ανάστατη, τα πλήθη τρέχαν εξαγριωμένα, «κρύψε με», φώναξα απελπισμένος κι αγκάλιασα το άγαλμα στην πλατεία. Κι όταν μ’ έφτασαν, δε βρήκαν παρά το έρημο άγαλμα και στα πόδια του ένα σκυλί στεκόταν σαστισμένο,
      που το πυροβόλησαν οι άθλιοι.





Εκτός βολής


      Και κάθε φορά που με ταπεινώνουν, νιώθω μιαν ανείπωτη αγαλλίαση που τους ξεγέλασα − γιατί εγώ είμαι καλά προφυλαγμένος στο πατρικό σπίτι, πίσω απ’ τον κομό, εκεί που κρυβόμαστε για να κλάψουμε
      χωρίς ποτέ να μάθουμε γιατί κλαίμε.





Παρομοιώσεις


Σαν τον ποιητή που σκίζει τα χειρόγραφά του και φεύγει για τον
      Ωκεανό
σαν τη γυναίκα που αφήνει την κουρτίνα να πέσει κι ενδίδει
σαν ένα προάστιο πολύ μεγάλο για ένα ραχητικό παιδί
σαν το θολό γέλιο του παρείσακτου σ’ ένα σπίτι που εορτάζει
σαν τους αλήτες που πετάνε μια πέτρα στον ουρανό
σαν αυτό που λέγαμε κάποτε «μια μεγάλη εποχή!»
σαν τα μικρά ραφτάδικα στις συνοικίες, όπου ντύνεται κανείς για
      να πεθάνει…





Βιβλίο ασκήσεων


      Την πρώτη φορά που ενέδωσα, σκέφτηκα ύστερα απελπισμένος να πάω να πνιγώ. Τη δεύτερη φορά μού αρκούσε να κοιτάω απλώς τη θάλασσα.
      Τώρα σιχαίνομαι ακόμα και το νερό.





Δυσδιάκριτες εργασίες


      Κι η μητέρα, θυμάμαι, «όλη την ημέρα κάθεσαι», μου ’λεγε με καημό, «δεν κάθομαι, μητέρα», της απαντούσα.
      Και πραγματικά απ’ το κοντινό νεκροταφείο ερχόταν μια μυρωδιά απαλή − σαν να ’χε κι η ματαιότητα κάποιο νόημα.





Υιική στοργή


      Η μητέρα μου, απ’ τις καλές πλύστρες του καιρού της, έπασχε από αρθριτικά κι ήτανε δύσκολο τώρα να κατέβει.
      Έπρεπε, λοιπόν, εγώ κάθε νύχτα ν’ ανεβαίνω στον ουρανό.





Στη διάθεση των ανέμων


      Έσπρωξα, λοιπόν, με λύσσα τον καμπούρη κι έτρεξα στο προαύλιο, «να κάνω τι;» αναρωτήθηκα άξαφνα, κι αχ αυτή η ανεμελιά μου έφταιξε − είχε μείνει ανοιχτό το παράθυρο κι ο αέρας αναποδογύρισε το μελανοδοχείο
      αφήνοντας αυτή τη μαύρη ιστορία πάνω στο τραπέζι.






Σπίτια πάνω σε ράγιες


      Παρ’ όλο το σεβασμό μου στις ανακρίβειες που συχνά μου έσωσαν τη ζωή, πρέπει να παραδεχτώ: υπήρξα ένας ιδανικός ασθενής, με τις παγίδες μου ωραία στημένες κάτω απ’ την καρέκλα, μόνο μια λεπτομέρεια μ’ ενοχλούσε: το καπέλο μου δε φαινόταν μέσα στον καθρέφτη, αφού τα πουλιά με είχαν ξεχάσει στην παιδική ηλικία κι ύστερα, όταν βραδιάζει, στο σταθμό είναι πιο όμορφα απ’ ό,τι στην κάμαρα, διότι καταρχήν είσαι άοπλος, ενώ περπατώντας πάνω στις ράγιες συνεχίζεις ένα παλιό σου όνειρο ή θυμάσαι τα σπίτια που έζησες και που οι γυναίκες άφηναν το ράψιμο μονάχα για να κλάψουν.





Η μαγεία


      Εκείνο που λυπόμουν περισσότερο ήταν οι ανεμοδείχτες, στεκόμουν, λοιπόν, στην είσοδο των μαγαζιών περιμένοντας να με ρωτήσουν, ώσπου βράδιαζε, έβγαζα τότε τα παπούτσια μου κι ακολουθούσα από μακριά το λεωφορείο − κι όχι, δεν παραλογίζομαι, φίλοι μου, αλλά είναι η μαγεία που έχουν οι λέξεις όταν δε θέλουν να πουν τίποτα, όπως και το παράδοξο αυτό ταξίδι μας μέσα στον κόσμο δε θα ’χε καμιά σημασία.
      αν ήταν αληθινό.





Από τη συλλογή «Εγχειρίδιο ευθανασίας», 1979.
Πηγή: «Τάσος Λειβαδίτης - Ποίηση, (Τόμος τρίτος 1979 - 1987)», εκδ. Κέδρος 2003, 6η έκδοση.
Στην εικόνα: Σκίτσο του Τάσου Λειβαδίτη από τον Γιάννη Ρίτσο.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Τάκης Βαρβιτσιώτης, "Fragmenta ή Η βλάστηση των ορυκτών"




~*~


Αλλοτινές χαρούμενες εποχές
Με αχυροκαλύβες
Με σπίτια από κιμωλία
Μ’ ερειπωμένους πύργους πατρογονικούς
Με κεραμίδια που αναπάλλονταν
Απ’ την ορμή του ανέμου
Ρυτιδωμένες τώρα εποχές





~*~


Κάθε βραδιά το χαμόσπιτο
Εγκαταλειμμένο στα δόντια των ανέμων
Στηρίζεται μονάχα στο λυχνάρι του





~*~


Βαθιά συρτάρια από ξύλο παλαιό
Που ευωδιάζουν
Με σκουριασμένες κλειδαριές
Ηχηρά μονάχα από τη σιωπή
Μέσα τους αχτινοβολεί
Η πιο παράξενη μυστική νύχτα





~*~


Ο Σεπτέμβρης πλησιάζει διστακτικός
Σα λάμπα που μόλις άναψαν το φιτίλι της
Σαν άλογο φοβισμένο
Που ραντίζει με στάχτες τις πολιτείες





~*~


Βαθιά στο γυάλινο μάτι
Οι ριγηλές αποχρώσεις
Από το βόρειο σέλας
Οι σκιές της βροχής
Τα στίγματα μιας νοσταλγίας
Που ξεχειλίζει
Θηκιασμένοι χειμώνες
Πάνω σε πέτρες κοφτερές
Ακονισμένες





~*~


Πάντοτε πίστευα στην αίγλη των ναυαγίων
Στα τελευταία πουλιά
Που μάχονται την καταιγίδα
Στα φύλλα που προτού να πέσουνε στραφτοκοπούν
Πάντοτε πίστευα πως οι ποιητές
Μπορούν να χορέψουν
Πηδώντας από καμπαναριό σε καμπαναριό
Να περπατήσουνε σ’ ένα σχοινί τεντωμένο
Πάνω απ’ την άβυσσο
Να παίζουνε με τις λάμψεις ή με τους ίσκιους
Μουσική





Από τη συλλογή «Fragmenta ή Η βλάστηση των ορυκτών», 1985.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Κωνσταντίνος Κομιανός, "Έκθετοι μονόλογοι"




~*~

Αχαρτογράφητα τοπία
οι υλικοί δεσμοί
των ενάρετων επιθυμιών μου





ΟΜΗΡΟΙ ΖΩΗΣ


Σπίτια φυλακές ορθογώνιες καθ’ ύψος·
ρώγες άνθρωποι στις κληματαριές μπαλκόνια
απλωμένες σταφίδες στων ασπρόρουχων το αρμίδι

Και πόσες θλίψεις σταφιδιασμένες
στης παλάμης την απλοχεριά





~*~

Ασθμαίνει η ψυχή μου
εμπρός στο βωμό
του ανώφελου δίκιου





~*~

Τα σκέλεθρα της νιότης μου
οργώνουν τη ζωή μου





ΔΙΑΦΑΝΟ ΔΕΡΑΣ


Στο λαγούμι της ζωής φτυαρίζω
ώρες και μέρες

Κάθε φτυαριά
μερικά δράμια αυταπάτης έξω από το λάκκο
μερικούς πόντους εγγύτερος
στη σάρκα και τα οστά της ύπαρξής μου
σοδιάζοντας ό,τι έχω σπείρει

Και η ψυχή από ψηλά να κοιτάει
ίδια και απαράλλαχτη

Όπως την πρώτη μέρα που άρχισα να σκάβω





ΠΛΗΓΩΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ


Ευκρινώς παραλληλόγραμμες στο σχήμα
πλάκες, κομμάτια στη σειρά τοποθετημένα
με μια ομοιομορφία διάχρονη
Και είμαι στο κατόπι τους εποπτεύοντας στιγμές

Αυτή η ακαμψία τους η δομική πώς με διαολίζει
τη στιγμή που λυγίζω σαν κλαρί λεύκας στον άνεμο
Μια μετακίνηση αδύναμης θέλησης
όχι από ηθική αδυναμία αλλά σωματική καχεξία

Πώς ένα σώμα να σηκώσει τόσο ήθος
σφιγμένο σαν από τανάλια σε τσιμεντένιο καλούπι
οριοθετημένο από την ακατάσχετη φλυαρία
των περιορισμών μιας έκκεντρης μετακίνησης

Στην ακάνθινη γη πατούσαν ξυπόλητες οι προσμονές
πότιζε τη δίψα θειάφι −πυρομανούς ήλιου παρουσία
στου όζοντος το στρώμα απουσία− οδυνηρή
η έκθεση στην καθεστηκυία αντίληψή του·
ακρίδες μόλυναν την επιούσια αναπνοή
έραινε την τόλμη ιδρώτας κι ύστερα… έδυσαν κι οι πνοές

Και να η αντίθεση, θαυμάστε ένα ράκος
να περπατάει σε στιβαρό πεζοδρόμιο





ΟΡΙΣΤΙΚΟ


Το σκεφτόμουν καιρό κάμποσο
μα δεν ήταν η δυσκολία της σκέψης το πρόβλημα
αλλά η απόφαση της εφαρμογής της

Στο τέλος είπα να το δοκιμάσω·
να παραιτηθώ των επιθυμιών
για να με αποθυμήσουν οι απογοητεύσεις





Από τη συλλογή «Έκθετοι Μονόλογοι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2018.