Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο χάλκινος θώρακας"




Ο χάλκινος θώρακας


Το όνομα σου και τον τίτλο του βιβλίου σου είχε βάλει για επικεφαλίδα ο διαχειριστής του ιστολογίου.
Νίκος Β. Λαδάς, «Πανοπλία σε τιμή ευκαιρίας»
Από κάτω μια φωτογραφία με τον χάλκινο θώρακα και το κράνος ενός αρχαίου πολεμιστή που βρέθηκαν στον τάφο του στο Άργος. Πιο κάτω τρία ποιήματά σου. Με προϊδέασαν οι στίχοι, μα πιο πολύ οι λέξεις: Ίσκιος, χώμα, μαχαίρι, αρχάγγελος Μιχαήλ, ρομφαία, εχθρός. Κερί, καντηλανάφτης, θάνατος, θάνατος, σκιές πεθαμένων, πτώματα, αδικοσκοτωμένοι, μαυροντυμένη, τρελοί, μαχαίρι. Σκυφτός, σκοτάδι, άγρυπνος, δακρύζοντας, ουρλιαχτό.
Πιο κάτω είχε το βιογραφικό σου. Γεννήθηκες το 1953. Στα 21 σου εξέδωσες την πρώτη σου συλλογή «Πανοπλία σε τιμή ευκαιρίας». Στα 26, μες στο κατακαλόκαιρο, έδωσες τέλος στη ζωή σου. Μετά την απουσία σου εκδόθηκαν άλλες τρεις ποιητικές συλλογές. Δέκα πέντε χρόνια μετά κυκλοφόρησαν άπαντα τα ποιητικά σου και άπαντα τα πεζά σου. Αλήθεια, πότε πρόλαβες; Κι αυτός ο χάλκινος θώρακας που στέκει καμαρωτός κι ατρόμητος; το κράνος; η πανοπλία που πούλησες σε τιμή ευκαιρίας; Άχρηστα όλα;
Κάτω από το βιογραφικό σου, το λευκό ορθογώνιο πλαίσιο για τα σχόλια, είναι κενό. Άδειο. Λευκό, λευκότατο. Ένα πένθιμο λευκό. Γεμάτο αμηχανία και θλίψη. Και κάθομαι εγώ τώρα 69 χρονών, να σε πενθώ σαράντα χρόνια μετά το θάνατό σου σαν παιδί μου και σαν φίλο μου.
Τρεις δικοί μου πέθαναν φέτος μέσα σε έξι μήνες. Ο ένας έμενε στο διπλανό διαμέρισμα. Την ίδια πόρτα του ασανσέρ ανοίγαμε είκοσι πέντε χρόνια. Ο άλλος, φίλος παιδικός. Κι ο τρίτος, μαζί μου τριάντα μήνες στον στρατό. Κι όμως, δάκρυ δεν έτρεξε από τα μάτια μου. Κι εσύ με τρεις αράδες μ’ έκανες να σε πενθώ, να σε σκέφτομαι, να σου ανάβω το κερί.
Σε αγνοούσα παντελώς. Και το όνομά σου και τα ποιήματά σου. Από ποιον κάδο ανακύκλωσης ανέσυρε τη συλλογή σου ο ρακοσυλλέκτης ιστολόγος ποιητής; Σε βλέπω έντρομο μέσα στα φουσκωμένα ποτάμια σου που κατεβάζουν βενζινάκατους με πολυβόλα, στα ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια που είναι οι όχθες και κάθονται οι ψυχές των πεθαμένων και ψαρεύουν. Και δεν ξέρω πιο πολύ τι με συντάραξε, ο πρόωρος χαμός σου στα 26; τα θλιβερά ποιήματά σου; ή που σε έβγαλε από τη λήθη ο ιστολόγος; Ή μήπως ο χάλκινος θώρακας του αρχαίου Αργείου πολεμιστή που μέσα από αυτόν ζείτε κι οι δυο ακόμα;

Τι ειρωνεία! Εσύ να πουλάς, εν ζωή, την πανοπλία σου και μάλιστα σε τιμή ευκαιρίας, κι ο ιστολόγος σου να σε εξοπλίζει με τον θώρακα και το κράνος αρχαίου πολεμιστή, αφού έχεις πεθάνει. Για να αμυνθείς τάχα. Σε ποιον άραγε; Σε ποιον άυλο, ύπουλο εχθρό που δεν λογαριάζει άμυνες με ασπίδες, θώρακες και πανοπλίες;
Χρόνια καραδοκούσε ο θώρακας μες στο μουσείο. Ήρθε και θρονιάστηκε πάνω απ’ τα ποιήματά σου φοβερός και τρομερός. Όσο εσύ τον απέφευγες και τον πούλησες μάλιστα σε τιμή ευκαιρίας, άλλο τόσο αυτός επιμένει να στέκεται πλάι σου και να κομπάζει: «Να εγώ επιζώ. Πράσινος, χάλκινος, αγέρωχος μες στους αιώνες».
Κι όσο τον κοιτάζω, αναρωτιέμαι μην είναι το σώμα σου που ξεφορτώθηκες νωρίς;



13/3/2018
Γιώργος Ν. Σιώμος