Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Βύρων Λεοντάρης, "Ανασύνδεση"




                                                            Στη Ζ.Δ.

                                                            «…γιατί φοβάμαι
                                                            ανάμεσα στους στίχους μου
                                                            μονάχος μου
                                                            χωρίς εσένα…»


                                          I


Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες…

Πάνω απ’ τους ξεραμένους κάμπους θειάφι και μολύβι
αγρίμια πυρετοί γυρνούν με πυρωμένα νύχια
στεγνά σαν κάννες τουφεκιών τριγύρω τα πηγάδια
και τα κλωνάρια της κραυγής χωρίς κανένα φύλλο.

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
με το θρυμματισμένο πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο
         στο αύριο
μ’ ένα τραγούδι αλλουλούδιστο στα μάτια μας
με τα κεραυνωμένα χέρια σωριαστά
κι απ’ τα χαλαρωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα;

Το αίμα στο αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό
άδειος εδιάβηκε ο καιρός χωρίς κανένα θάμα…
Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας πού τραβάει
αυτός ο δρόμος που περνάει
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες.





                                          II


Μέρες που δεν σε θέλουν πια
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί
αφρόντιστα ξοδεύτηκες
μέρες που δεν σε ξέρουν πια
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου
κι όλο μακραίνουνε και προχωρούν χωρίς εσένα
−μα πού πάνε;−
Μόνος, σκοτάδι και τ’ απόμακρά τους βήματα
βλέφαρα που σφαλούν πάνω στο δέρμα σου
φύλλα που γίνονται ένα με το χώμα.

Πλατείες που δε σ’ αναγνωρίζουν πια
δρόμοι που κρύοι γλιστρούν κάτω απ’ τα πόδια σου
άλλους βηματισμούς τώρα ζητούν,
για νέες χειρονομίες κραυγών ριγούνε τώρα οι άνεμοι.

Όλα γινήκαν έτσι μονομιάς μια άξαφνη αναχώρηση
ξένος στον κόσμο απόμεινες
βλέμματα, λόγια, αφές,
γεφύρια που σ’ ενώναν με τους άλλους,
όλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου − κι αν θα φωνάξεις, η φωνή
         σου
ομίχλη πήζει γύρω σου.

Μέρες που δεν σε θέλουν πια,
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα
κάτι άλλο ψάχνουν − μα τι να ’ναι αυτό;
κάτι άλλο πιο μακριά απ’ την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους
λιώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ’ την αίσθηση
καθώς το νιώθεις πια
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου.





                                          V


Και μόνο εσύ θ’ αναζητάς τη σταυρωμένη ανάσα μου στα
         ουράνια
και μόνο εσύ θα τριγυρνάς στο πέλαγος της νύχτας
γυρεύοντας τα σπαραγμένα μέλη μου που σκόρπισαν
ανάμεσα σ’ αποδημία και νοσταλγία.

Γιατί μονάχα εσύ θα μ’ άκουσες
να σε φωνάζω απ’ τις σκληρές ακτές του μέλλοντος
με την κραυγή σπασμένη εντός μου
μονάχα εσύ θα μ’ ένιωσες
να ’ρχομαι και να ψηλαφώ το ρίγος σου, αγέρας στις
         κουρτίνες,
να θέλω να μαζέψω από παντού τη μυστική ανταύγεια του
        κορμιού σου…
Δίψασα για ήμερο νερό καταμεσί στην τυραννία της λάμψης
με κατατρώει το φως, με διαπερνούν ανεξιχνίαστα ρίγη − αχ
λίγο πονετικό σκοτάδι, αυτό που μένει
ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα και το κορμί την ώρα του χαδιού −
         αυτό μονάχα
γιατί, πού να σταθεί η ορφάνια των χεριών που ξέμαθαν να
         παίρνουν
καθώς ξαναγυρνούν και με κυκλώνουν τώρα
μνήμες αφών
αστροφεγγιές
αγέρηδες
εσύ − μια θάλασσα πάνω στα δέντρα
καθώς ξαναγυρνούνε κι ολολύζουν στο αίμα μου
όλα όσα ήτανε δικά σου και τ’ αρνήθηκα
για να κρατήσω
Εσένα.





                                          VIII


Δεν είναι μόνο εμείς που φύγαμε απ’ τις θέσεις μας
κι οι ίδιες οι θέσεις σάλεψαν
αφήνοντας ακάλυπτη όλη την καρδιά μας.
Στόχοι καινούριοι μαγνητίσανε τις κάννες μας προτού τους
         δουν τα μάτια
σκίστηκε ο άνθρωπος στα δυο, σκίστηκε η πράξη
ρεύματα ενάντια χυμούν μέσα στο χάσμα − και δεν είναι
δεν είναι πια ν’ ακούς
το τρίξιμο εσένα του ίδιου που λυγάς να πέσεις,
χτυπήματα φτερών και σκιών στου ονείρου σου την όψη
θρήνος της νιότης στα κλαδιά της σωριασμένης τόλμης.

Ανάμεσα σε δυο μορφές αγώνα
ω, ερημιά του νου
αμηχανίας της δράσης…
Γδύσου αν μπορείς λοιπόν της μνήμης σου το δέρμα
ξέχασε αυτά που γύρευες
ή σκότωσέ τα για να τ’ αναστήσεις ύστερα πιο πέρα
γίνε ένα με το ποδοβολητό που τα συνθλίβει
προχώρα με τον τσακισμένο αυτόν ορίζοντα μπηγμένο στο
         μυαλό σου.

Ω, εσείς που είστε καινούριοι στον αγώνα
σεις που δε σας βασάνισε αμφιβολία και ήττα
συλλογιστείτε αυτούς που νικήθηκαν κάποτε
συλλογιστείτε αυτούς που αφήσαν τις καρδιές τους
ανατιναγμένα οχυρά μακριά βαθιά στο μέλλον.

Τώρα μαζί σας σ’ άλλες πολεμίστρες
αρχίζουν πάλι και ξανά
ζητώντας πάντα τη χαμένη ενότητα
τώρα μαζί σας κι όμως ολομόναχοι
τραβάνε σα μαγνήτες πάνω τους το θάνατο − ω,
μιλώ μιλώ κι ας μη μ’ ακούτε,
μαζί σας κι όμως ολομόναχος
− ένας πομπός που έχασε επαφή
ένα αεροπλάνο στο σταυρό των προβολέων π’ αστράφτει.





                                          XI

                              Plouton Club


−Κάνε να πάψει ετούτη η μουσική
φτάνει πια τ’ άγριο ξέγδαρμά της φτάνει.
Τι έρχεσαι πάλι αφού πια έχεις πεθάνει
και βάζεις με μανία τρελή

τους δίσκους π’ αγαπούσαμε παλιά
−δίσκοι που γίναν πια κηλίδες αίμα
δίσκοι που γίναν πια πλατείες αίμα
μ’ άθαφτα πάνω τους κορμιά…

Απ’ τα δικά μου κι όλων τα δεινά
τάχα πόσον καιρό μπορώ να λείψω;
ω, μη μου βάζεις την καρδιά στο γύψο
το ράγισμά της δεν περνά.

−Τι κλαις, τι θες ακόμα, τι ζητάς;
−Πάμε να φύγουμε − και πού να πάμε;
δεν ξεδιαλύνω οι δρόμοι πού τραβάνε,
τι θέλει το αύριο από μας.

Βρες μου να μου ταιριάζει μια μορφή
αγώνα, που σώζει δίχως να σκοτώνει.
Κοίταξε τι καπνός και πόση σκόνη
μέσα μας, τι καταστροφή…

−Λόγια θαμπά κι αγγίγματα τεφρά
σκάβουν τη σάρκα μου. Ποιος είσαι;
Λύσε μου τα μαλλιά των θρήνων, λύσε
το αίνιγμα που μας τριγυρνά.

Πάλι σε μπέρδεψα με τον Νεκρό,
ω, μη δε μοιάζουμε όλοι πεθαμένοι;
Είμαστε άνθρωποι που δεν τους συμβαίνει
τίποτε, τώρα και καιρό.

Παράλυτη και λαίμαργη γενιά,
πάμε να φύγουμε − Και πού να πάμε;
Πάμε να φύγουμε από δω, φοβάμαι;
γρήγορα φτάνει η παγωνιά.

Τι μάταια που ’χουμε όλοι ξοδευτεί…
Σάμπως να γίνηκε έκρηξη εδώ μέσα
κι οι σάρκες μας που απ’ τ’ όνειρο στερέψαν
στους τοίχους έχουν τιναχτεί.

Πάμε να φύγουμε… − Μα τι ωφελεί
αν από τη σωστή πόρτα δεν βγούμε;
Με αίμα πρέπει να σκάψουμε να βρούμε
την έξοδο προς τη ζωή.





Από τη συλλογή «Ανασύνδεση», 1962.
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Βύρων Λεοντάρης - Ψυχοστασία [Ποιήματα 1949 - 2006]», εκδ. ύψιλον / βιβλία, 2017.

Πηγή για την εικόνα: https://www.tasakos.gr/