Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Μίλτος Σαχτούρης, "Με το πρόσωπο στον τοίχο"



ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ


Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
θα σου δώσω ένα λαγήνι
θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις

Θα σε φέρω σ’ άλλα λιμάνια
να δεις τα βαπόρια πώς τρώνε
                                   τις άγκυρες
που σπάζουν στα δυο τα κατάρτια
κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες

Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι
και το σκύλο ουρανό
που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι

Θα σου βρω πάλι τους ίδιους
                               στρατιώτες
αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
με την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις
                                                   πόρτες
με κομμένο το χέρι

Θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο

Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια





Η ΣΚΗΝΗ


Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τούς είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγκοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες
τις πλευρές
δε θα ’ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπάγκους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ έξω
έγδερνε τις πόρτες





ΣΑΒΒΑΤΟ


Οι νεκροί δυο βήματα πλάι μας
ησυχάζουν
ή κάθονται ήσυχα
στα σκαλοπάτια
με μια σκούπα ματωμένη στο χέρι
όμως οι ζωντανοί
έχουν κάτι τεράστια κεφάλια
γεμάτα πετρέλαιο
και τα χέρια τους λιγδωμένα
με λίπος
φτιάχνουν βάρκες με μαύρα χαρτιά
που φεύγουν
μία μία
και δίχως ήλιο
για το μαύρο ουρανό





ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ


Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα
                                              και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους
                                                                   καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό

Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μες στον καθρέφτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογκητό

Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα σπίτια μού θυμίζουν εσένα
η νύχτα μού θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει
                                                            εσένα
κι ο τάφος μού θυμίζει εσένα
τα ψάρια τα λουλούδια μού θυμίζουν εσένα
όλες οι φωτογραφίες όλα τα χρώματα
όλα μού θυμίζουν εσένα
κι όλα τ’ αγαπώ για σένα





Η ΑΠΟΚΡΙΑ


Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                                       η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
                                                    που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βρήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                                       η αποκριά





Από τη συλλογή «Με το πρόσωπο στον τοίχο», (1952).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μίλτος Σαχτούρης - Ποιήματα (1945-1998)»,
εκδ. Κέδρος, 2014.
Στην εικόνα: "Ο Σαχτούρης στο BRAZILIAN", σκίτσο του Αλέκου Φασιανού.
Πηγή: https://anthologio.wordpress.com/

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Αντώνης Μπουντούρης, "Τρία ποιήματα"





ΔΕ ΘΕΛΕΙ ΠΟΛΥ

                                τούτο το μέλλον μας πηγαίνει πίσω....


Μετά τη νάρκωση

(πολλών ετών)

η ψυχή

τι νομίζεις ότι θέλει...


Ένα ελαφρύ σπρώξιμο

                         θέλει

για να πέσει.

Οκνηροί, κατατονικοί και νάρκισσοι

δεν αξίζουμε μήτε τη λύπηση των εχθρών μας.





ΣΑΝ ΗΣΥΧΙΑ


Κωφός

Ενίοτε διαβάζω χείλη

Δεν ακούω

Τους ασήμαντους ήχους σας

που με στροβιλίζουν

στο κενό.


Της φλυαρίας σας

                     τις σχισμές

                      δρασκελίζω και ξεφεύγω


Είναι κι η θωριά σας

ξέπνοη.


Καλύτερα κωφός.





ΑΦΑΝΕΙΑ


Μ’ ενδιαφέρει πολύ η

                        εγκατάσταση σε τούτο το μέρος.


Αρκεί να καλονυχτώνει.



Αντώνης Μπουντούρης





Τα ποιήματα του Αντώνη Μπουντούρη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Giorgio de Chirico, «The predictor», 1916.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Ε. Χ. Γονατάς, "Η κρύπτη" (Τρία αφηγήματα)


 


Η ΟΥΛΗ


Η πληγή θρέφει, τα χείλια της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά και ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή, που σκύβει και τη φιλάει.
     Όλοι τ’ αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους.
     Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και, σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους.





Η ΒΡYΣΗ


Μια βρύση με σκουριασμένο λαιμό, χρόνια λησμονημένη πίσω απ’ τα σπάρτα, άρχισε να κελαϊδάει στην ησυχία. Τ’ αστέρια λιγωμένα ξεκόλλαγαν από τον ουρανό, έπεφταν στη γούρνα και ή γούρνα τα ’στελνε στο ποτάμι και το ποτάμι τα ταξίδευε στα περιβόλια με τα θυμωμένα λουλούδια, τις θρεμμένες κάμπιες, τα φουντωμένα καλάμια, στη ζέστη αγκαλιά της Γης.
     Ω ζέστη αγκαλιά της Γης, ω ζέστη αγκαλιά της Αγάπης! Θέλω το τραγούδι μου να το οδηγήσω, σαν γυμνασμένος λεμβούχος, εκεί που ο Ήλιος γυρνάει τη ρόδα του και τα λαμπερά γένεια του ανάβουν κόκκινες καντήλες στα κρύα τζάμια, φυτεύουν θανάσιμες πορτοκαλιές ντάλιες στα γυμνά ωραία γυναικεία κορμιά.
     Άλλα το χορτάρι σήμερα, πυκνό και παχύ, πράσινο βαθυπράσινο, σκοτεινό και σίγουρο στην εφήμερη αιωνιότητά του, σβήνει τη φωνή μου, πνίγει τα βήματα μου, γυρίζει μέσα μου το ζεστό μου τραγούδι.





Η ΤΙΓΡΙΣ


Η Νύχτα με το μουσούδι υγρό, περνάει ανάμεσα στα δέντρα και μέσα απ’ τα χωράφια με τα νερά και τα καλάμια.

     Στη σοφίτα του παλιού σπιτιού φέγγει ένα πορτοκαλένιο φως. Είναι μια άδεια κάμαρη με σπασμένα τζάμια.

     Τρεις ωραίες φωτιές ανάβουν πάνω στο φαρδύ κρεβάτι που αιωρείται μ’ αλυσίδες στη μέση της κάμαρης.

     Ένα εξασκημένο χέρι με μαύρο γάντι και δαχτυλίδι τις πιάνει απαλά και τις φυτεύει σε μιαν αραχνιασμένη γλάστρα.

     Μια μικρή τίγρις με μαύρες ραβδώσεις, που ήταν κρυμμένη πίσω απ’ το κουμάρι, βγαίνει απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα· κοιτάζει για λίγο το φεγγάρι και με μουδιασμένες βηματισιές χάνεται μες στο ψηλό χορτάρι του κήπου. Στα πόδια της φοράει μεγάλους κίτρινους μενεξέδες.

     Θα ξανάρθει όμως αύριο το βράδυ. Όλη τη μέρα στο βαγόνι του τραίνου που θα την οδηγεί στο κλουβί της και ύστερα στον απέραντο παγωμένο στίβο, την ώρα της παράστασης, θα νοσταλγεί το χάδι του χεριού με το μαύρο γάντι.

     Θα ’ρθει ξανά αύριο το βράδυ, νοσταλγική και υπάκουη στη διαταγή του γαντοφορεμένου χεριού, ν’ ανάψει τις φωτιές απάνω στο φαρδύ κρεβάτι.





Από το βιβλίο «Η Κρύπτη», εκδ. Στιγμή, 2006.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο χάλκινος θώρακας"




Ο χάλκινος θώρακας


Το όνομα σου και τον τίτλο του βιβλίου σου είχε βάλει για επικεφαλίδα ο διαχειριστής του ιστολογίου.
Νίκος Β. Λαδάς, «Πανοπλία σε τιμή ευκαιρίας»
Από κάτω μια φωτογραφία με τον χάλκινο θώρακα και το κράνος ενός αρχαίου πολεμιστή που βρέθηκαν στον τάφο του στο Άργος. Πιο κάτω τρία ποιήματά σου. Με προϊδέασαν οι στίχοι, μα πιο πολύ οι λέξεις: Ίσκιος, χώμα, μαχαίρι, αρχάγγελος Μιχαήλ, ρομφαία, εχθρός. Κερί, καντηλανάφτης, θάνατος, θάνατος, σκιές πεθαμένων, πτώματα, αδικοσκοτωμένοι, μαυροντυμένη, τρελοί, μαχαίρι. Σκυφτός, σκοτάδι, άγρυπνος, δακρύζοντας, ουρλιαχτό.
Πιο κάτω είχε το βιογραφικό σου. Γεννήθηκες το 1953. Στα 21 σου εξέδωσες την πρώτη σου συλλογή «Πανοπλία σε τιμή ευκαιρίας». Στα 26, μες στο κατακαλόκαιρο, έδωσες τέλος στη ζωή σου. Μετά την απουσία σου εκδόθηκαν άλλες τρεις ποιητικές συλλογές. Δέκα πέντε χρόνια μετά κυκλοφόρησαν άπαντα τα ποιητικά σου και άπαντα τα πεζά σου. Αλήθεια, πότε πρόλαβες; Κι αυτός ο χάλκινος θώρακας που στέκει καμαρωτός κι ατρόμητος; το κράνος; η πανοπλία που πούλησες σε τιμή ευκαιρίας; Άχρηστα όλα;
Κάτω από το βιογραφικό σου, το λευκό ορθογώνιο πλαίσιο για τα σχόλια, είναι κενό. Άδειο. Λευκό, λευκότατο. Ένα πένθιμο λευκό. Γεμάτο αμηχανία και θλίψη. Και κάθομαι εγώ τώρα 69 χρονών, να σε πενθώ σαράντα χρόνια μετά το θάνατό σου σαν παιδί μου και σαν φίλο μου.
Τρεις δικοί μου πέθαναν φέτος μέσα σε έξι μήνες. Ο ένας έμενε στο διπλανό διαμέρισμα. Την ίδια πόρτα του ασανσέρ ανοίγαμε είκοσι πέντε χρόνια. Ο άλλος, φίλος παιδικός. Κι ο τρίτος, μαζί μου τριάντα μήνες στον στρατό. Κι όμως, δάκρυ δεν έτρεξε από τα μάτια μου. Κι εσύ με τρεις αράδες μ’ έκανες να σε πενθώ, να σε σκέφτομαι, να σου ανάβω το κερί.
Σε αγνοούσα παντελώς. Και το όνομά σου και τα ποιήματά σου. Από ποιον κάδο ανακύκλωσης ανέσυρε τη συλλογή σου ο ρακοσυλλέκτης ιστολόγος ποιητής; Σε βλέπω έντρομο μέσα στα φουσκωμένα ποτάμια σου που κατεβάζουν βενζινάκατους με πολυβόλα, στα ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια που είναι οι όχθες και κάθονται οι ψυχές των πεθαμένων και ψαρεύουν. Και δεν ξέρω πιο πολύ τι με συντάραξε, ο πρόωρος χαμός σου στα 26; τα θλιβερά ποιήματά σου; ή που σε έβγαλε από τη λήθη ο ιστολόγος; Ή μήπως ο χάλκινος θώρακας του αρχαίου Αργείου πολεμιστή που μέσα από αυτόν ζείτε κι οι δυο ακόμα;

Τι ειρωνεία! Εσύ να πουλάς, εν ζωή, την πανοπλία σου και μάλιστα σε τιμή ευκαιρίας, κι ο ιστολόγος σου να σε εξοπλίζει με τον θώρακα και το κράνος αρχαίου πολεμιστή, αφού έχεις πεθάνει. Για να αμυνθείς τάχα. Σε ποιον άραγε; Σε ποιον άυλο, ύπουλο εχθρό που δεν λογαριάζει άμυνες με ασπίδες, θώρακες και πανοπλίες;
Χρόνια καραδοκούσε ο θώρακας μες στο μουσείο. Ήρθε και θρονιάστηκε πάνω απ’ τα ποιήματά σου φοβερός και τρομερός. Όσο εσύ τον απέφευγες και τον πούλησες μάλιστα σε τιμή ευκαιρίας, άλλο τόσο αυτός επιμένει να στέκεται πλάι σου και να κομπάζει: «Να εγώ επιζώ. Πράσινος, χάλκινος, αγέρωχος μες στους αιώνες».
Κι όσο τον κοιτάζω, αναρωτιέμαι μην είναι το σώμα σου που ξεφορτώθηκες νωρίς;



13/3/2018
Γιώργος Ν. Σιώμος

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Βύρων Λεοντάρης, "Ανασύνδεση"




                                                            Στη Ζ.Δ.

                                                            «…γιατί φοβάμαι
                                                            ανάμεσα στους στίχους μου
                                                            μονάχος μου
                                                            χωρίς εσένα…»


                                          I


Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες…

Πάνω απ’ τους ξεραμένους κάμπους θειάφι και μολύβι
αγρίμια πυρετοί γυρνούν με πυρωμένα νύχια
στεγνά σαν κάννες τουφεκιών τριγύρω τα πηγάδια
και τα κλωνάρια της κραυγής χωρίς κανένα φύλλο.

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
με το θρυμματισμένο πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο
         στο αύριο
μ’ ένα τραγούδι αλλουλούδιστο στα μάτια μας
με τα κεραυνωμένα χέρια σωριαστά
κι απ’ τα χαλαρωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα;

Το αίμα στο αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό
άδειος εδιάβηκε ο καιρός χωρίς κανένα θάμα…
Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας πού τραβάει
αυτός ο δρόμος που περνάει
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες.





                                          II


Μέρες που δεν σε θέλουν πια
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί
αφρόντιστα ξοδεύτηκες
μέρες που δεν σε ξέρουν πια
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου
κι όλο μακραίνουνε και προχωρούν χωρίς εσένα
−μα πού πάνε;−
Μόνος, σκοτάδι και τ’ απόμακρά τους βήματα
βλέφαρα που σφαλούν πάνω στο δέρμα σου
φύλλα που γίνονται ένα με το χώμα.

Πλατείες που δε σ’ αναγνωρίζουν πια
δρόμοι που κρύοι γλιστρούν κάτω απ’ τα πόδια σου
άλλους βηματισμούς τώρα ζητούν,
για νέες χειρονομίες κραυγών ριγούνε τώρα οι άνεμοι.

Όλα γινήκαν έτσι μονομιάς μια άξαφνη αναχώρηση
ξένος στον κόσμο απόμεινες
βλέμματα, λόγια, αφές,
γεφύρια που σ’ ενώναν με τους άλλους,
όλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου − κι αν θα φωνάξεις, η φωνή
         σου
ομίχλη πήζει γύρω σου.

Μέρες που δεν σε θέλουν πια,
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα
κάτι άλλο ψάχνουν − μα τι να ’ναι αυτό;
κάτι άλλο πιο μακριά απ’ την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους
λιώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ’ την αίσθηση
καθώς το νιώθεις πια
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου.





                                          V


Και μόνο εσύ θ’ αναζητάς τη σταυρωμένη ανάσα μου στα
         ουράνια
και μόνο εσύ θα τριγυρνάς στο πέλαγος της νύχτας
γυρεύοντας τα σπαραγμένα μέλη μου που σκόρπισαν
ανάμεσα σ’ αποδημία και νοσταλγία.

Γιατί μονάχα εσύ θα μ’ άκουσες
να σε φωνάζω απ’ τις σκληρές ακτές του μέλλοντος
με την κραυγή σπασμένη εντός μου
μονάχα εσύ θα μ’ ένιωσες
να ’ρχομαι και να ψηλαφώ το ρίγος σου, αγέρας στις
         κουρτίνες,
να θέλω να μαζέψω από παντού τη μυστική ανταύγεια του
        κορμιού σου…
Δίψασα για ήμερο νερό καταμεσί στην τυραννία της λάμψης
με κατατρώει το φως, με διαπερνούν ανεξιχνίαστα ρίγη − αχ
λίγο πονετικό σκοτάδι, αυτό που μένει
ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα και το κορμί την ώρα του χαδιού −
         αυτό μονάχα
γιατί, πού να σταθεί η ορφάνια των χεριών που ξέμαθαν να
         παίρνουν
καθώς ξαναγυρνούν και με κυκλώνουν τώρα
μνήμες αφών
αστροφεγγιές
αγέρηδες
εσύ − μια θάλασσα πάνω στα δέντρα
καθώς ξαναγυρνούνε κι ολολύζουν στο αίμα μου
όλα όσα ήτανε δικά σου και τ’ αρνήθηκα
για να κρατήσω
Εσένα.





                                          VIII


Δεν είναι μόνο εμείς που φύγαμε απ’ τις θέσεις μας
κι οι ίδιες οι θέσεις σάλεψαν
αφήνοντας ακάλυπτη όλη την καρδιά μας.
Στόχοι καινούριοι μαγνητίσανε τις κάννες μας προτού τους
         δουν τα μάτια
σκίστηκε ο άνθρωπος στα δυο, σκίστηκε η πράξη
ρεύματα ενάντια χυμούν μέσα στο χάσμα − και δεν είναι
δεν είναι πια ν’ ακούς
το τρίξιμο εσένα του ίδιου που λυγάς να πέσεις,
χτυπήματα φτερών και σκιών στου ονείρου σου την όψη
θρήνος της νιότης στα κλαδιά της σωριασμένης τόλμης.

Ανάμεσα σε δυο μορφές αγώνα
ω, ερημιά του νου
αμηχανίας της δράσης…
Γδύσου αν μπορείς λοιπόν της μνήμης σου το δέρμα
ξέχασε αυτά που γύρευες
ή σκότωσέ τα για να τ’ αναστήσεις ύστερα πιο πέρα
γίνε ένα με το ποδοβολητό που τα συνθλίβει
προχώρα με τον τσακισμένο αυτόν ορίζοντα μπηγμένο στο
         μυαλό σου.

Ω, εσείς που είστε καινούριοι στον αγώνα
σεις που δε σας βασάνισε αμφιβολία και ήττα
συλλογιστείτε αυτούς που νικήθηκαν κάποτε
συλλογιστείτε αυτούς που αφήσαν τις καρδιές τους
ανατιναγμένα οχυρά μακριά βαθιά στο μέλλον.

Τώρα μαζί σας σ’ άλλες πολεμίστρες
αρχίζουν πάλι και ξανά
ζητώντας πάντα τη χαμένη ενότητα
τώρα μαζί σας κι όμως ολομόναχοι
τραβάνε σα μαγνήτες πάνω τους το θάνατο − ω,
μιλώ μιλώ κι ας μη μ’ ακούτε,
μαζί σας κι όμως ολομόναχος
− ένας πομπός που έχασε επαφή
ένα αεροπλάνο στο σταυρό των προβολέων π’ αστράφτει.





                                          XI

                              Plouton Club


−Κάνε να πάψει ετούτη η μουσική
φτάνει πια τ’ άγριο ξέγδαρμά της φτάνει.
Τι έρχεσαι πάλι αφού πια έχεις πεθάνει
και βάζεις με μανία τρελή

τους δίσκους π’ αγαπούσαμε παλιά
−δίσκοι που γίναν πια κηλίδες αίμα
δίσκοι που γίναν πια πλατείες αίμα
μ’ άθαφτα πάνω τους κορμιά…

Απ’ τα δικά μου κι όλων τα δεινά
τάχα πόσον καιρό μπορώ να λείψω;
ω, μη μου βάζεις την καρδιά στο γύψο
το ράγισμά της δεν περνά.

−Τι κλαις, τι θες ακόμα, τι ζητάς;
−Πάμε να φύγουμε − και πού να πάμε;
δεν ξεδιαλύνω οι δρόμοι πού τραβάνε,
τι θέλει το αύριο από μας.

Βρες μου να μου ταιριάζει μια μορφή
αγώνα, που σώζει δίχως να σκοτώνει.
Κοίταξε τι καπνός και πόση σκόνη
μέσα μας, τι καταστροφή…

−Λόγια θαμπά κι αγγίγματα τεφρά
σκάβουν τη σάρκα μου. Ποιος είσαι;
Λύσε μου τα μαλλιά των θρήνων, λύσε
το αίνιγμα που μας τριγυρνά.

Πάλι σε μπέρδεψα με τον Νεκρό,
ω, μη δε μοιάζουμε όλοι πεθαμένοι;
Είμαστε άνθρωποι που δεν τους συμβαίνει
τίποτε, τώρα και καιρό.

Παράλυτη και λαίμαργη γενιά,
πάμε να φύγουμε − Και πού να πάμε;
Πάμε να φύγουμε από δω, φοβάμαι;
γρήγορα φτάνει η παγωνιά.

Τι μάταια που ’χουμε όλοι ξοδευτεί…
Σάμπως να γίνηκε έκρηξη εδώ μέσα
κι οι σάρκες μας που απ’ τ’ όνειρο στερέψαν
στους τοίχους έχουν τιναχτεί.

Πάμε να φύγουμε… − Μα τι ωφελεί
αν από τη σωστή πόρτα δεν βγούμε;
Με αίμα πρέπει να σκάψουμε να βρούμε
την έξοδο προς τη ζωή.





Από τη συλλογή «Ανασύνδεση», 1962.
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Βύρων Λεοντάρης - Ψυχοστασία [Ποιήματα 1949 - 2006]», εκδ. ύψιλον / βιβλία, 2017.

Πηγή για την εικόνα: https://www.tasakos.gr/

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Οδυσσέας Ελύτης, "Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό"




Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ


Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε αντίκρυ απ’ τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η μέρα ήταν σκληρή και η αύριο άγνωστη.

Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το χέρι πάνω από το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη

Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια −το φύσημα της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του καπνού από τα καμίνια− στης θαλάσσης την έμπαση αγρυπνούσε

Αλλιώς ωραία!

Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ’ ένα θρόισμα, κι άλλα που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλαφιάζονται μέσα στα κυπαρίσσια, σαν παράξενα ζώδια, τη μαγνητική δορυφορώντας κεφαλή της άναβαν. Και μία

Καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το αληθινό τοπίο να φανεί

Όπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον Άγγελο οι μαύροι ανθρώποι, δείχνοντας με ποιον τρόπο γεννιέται η ομορφιά

Ή αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.

Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε την όψη που έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με τα πελώρια, σαν παλιάς Ιεροδούλου, ζυγωματικά

Τεντωμένα στ’ ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός και της Παρθένου.

«Μακριά απ’ τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο πλάι της μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόημα, κι όπου το μόνο φως να ’ναι από την πυρά που κατατρώγει όλα μου τα υπάρχοντα.

»Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν’ αντέχουμε το βάρος από τα μελλούμενα, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και στη συμβασιλεία των άστρων

»Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακριβώς, μέσα στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι

»Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μοναξιά, σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!»





Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ
(Παραλλαγή)


Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.

Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο

Μπρούμυτα, σ’ ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα ’φτανε να πικράνει τον αέρα του Άδη

(Το ’να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν’ αρπαχτεί απ’ το μέλλον, τ’ άλλο κάτω απ’ την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι

Σαν να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη, κάλυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή, σάλευε κιόλας μες στο διάστημα.

Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται, μέσα στη μελανάδα τ’ ουρανού

Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη

Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι αποχρησμοδοτούσε το έρεβος...

Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί

Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη κι αναστραμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα, με θανατωμένο μέσα τους τον Δήμιο

Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους, με το μάτι εγύριζαν τις εποχές, ν’ αποδώσουν στα πράγματα το αληθινό τους όνομα

Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε τα χέρια, ούτε μία ηχώ, μοναχά το μένος της αθωότητας που ολοένα δυνάμωνε τους καταρράχτες...

Μια σταγόνα καθαρού νερού, σθεναρή πάνω απ’ τα βάραθρα, την είπανε Αρετή και της έδωσαν ένα λιγνό αγορίστικο σώμα.

Όλη μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει κι εργάζεται σκληρά στα μέρη όπου η γη από άγνοια σήπονταν, κι είχαν οι άνθρωποι ανεξήγητα μελανουργήσει

Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά στην αγκαλιά του Όρους, καθώς μέσα στα μαλλιαρά στήθη του Αντρός.

Και η άχνα που ανεβαίνει απ’ τις κοιλάδες, έχουν να κάνουν πως δεν είναι λέει καπνός, μα η νοσταλγία που ξεθυμαίνει από τις χαραμάδες του ύπνου των Γενναίων.





ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
ή
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ


Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών της: Μεσημέρι.

Άδραξε μυτερό χαλίκι, κι αργά, με δεξιοσύνη, ο ήλιος, πάνω απ’ τον ωμό της Κόρης του Ευθυδίκου, χάραξε τα πτερύγια των ζεφύρων.

Το φως δουλεύοντας τη σάρκα μου, φάνηκε μια στιγμή στο στήθος το μενεξεδί αποτύπωμα, κει που η τύψη μ’ άγγιξε κι έτρεχα σαν τρελός. Ύστερα, μες στα πλάγια φύλλα ο ύπνος μ’ αποστέγνωσε κι έμεινα μόνος. Μόνος.

Ζήλεψα τη σταλαγματιά που απαρατήρητη δόξαζε τα σκίνα. Όμοια να ’μουν στο έκπαγλο μάτι που αξιώθηκε να δει το τέλος του Ελέους!

Ή μήνα κι ήμουν; Στην τραχύτη του βράχου, ανάρραγου από την κορφή ως τα βάραθρα, γνώρισα τα πεισματικά σαγόνια μου. Που σπάραζαν το κτήνος μέσα στον άλλον αιώνα.

Και η άμμο πέρα, κατακαθισμένη από την ευφροσύνη που μου ’δωκεν η θάλασσα, κάποτε, σαν βλαστήμησαν οι άνθρωποι κι άνοιγα τις οργιές με βιάση να ξεδώσω μέσα της· να ’ταν αυτό που γύρευα; η αγνότητα;

Το νερό αναστρέφοντας το ρέμα του, μπήκα στο νόημα της μυρσίνης όπου φυγοδικούν οι ερωτευμένοι. Άκουσα ξανά το μετάξι που έψαυε τα τριχωτά μου στήθη ασθμαίνοντας. Και η φωνή «χρυσέ μου», νύχτα, μέσα στη ρεματιά, που έκοβα το στερνό πρυμνήσιο των άστρων και πρόσεχε να πάρει σχέδιο τ’ αηδόνι.

Τι λαχτάρες αλήθεια και τι χλευασμούς εδέησε να περάσω, με το λίγο του όρκου στα δυο μάτια και τα δάχτυλα έξω απ’ τη φθορά. Τέτοιες χρονιές −α ναι− θα ’ταν που εργαζόμουν να γίνει τόσο τρυφερό το απέραντο γαλάζιο!

Είπα. Και στρέφοντας το πρόσωπο, μες στο φως ξανά το αντίκριζα να με ατενίζει. Δίχως έλεος.

Κι ήταν αυτό η αγνότητα.

Όμορφη, κι απ’ των χρόνων το σκίασμα συλλογισμένη, κάτω απ’ τον σημαφόρο του ήλιου, η Κόρη του Ευθυδίκου δάκρυζε

Που μ’ έβλεπε να περπατώ, πάλι μέσα στον κόσμο αυτόν, χωρίς θεούς, αλλά βαρύς απ’ ό,τι, ζώντας, αφαιρούσα του θανάτου.

Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών της: Μεσημέρι.





Από τη συλλογή «Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό», (1960).
Πηγή: «Οδυσσέας Ελύτης - Ποίηση», εκδ. Ίκαρος, 2002.
Στην εικόνα: κολλάζ του Οδυσσέα Ελύτη.