Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Γιώργος Σαραντάρης, "Γιατί τον είχαμε λησμονήσει…"





ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Γοητεία του χρόνου
σαν ξαναερωτευθώ μια κόρη!
μήτε το πρόσωπό της, έστω και θείο,
αγαπάω πιότερο από το αίσθημα αυτό,
να καίομαι σε μια φωτιά μεγάλη
και ψηλή μέχρι τον ουρανό
να ζω και να πεθαίνω
από λάμψη σε λάμψη
έχοντας καθαρό νου
καθαρές φλέβες
και την ψυχή δροσερή
και γενναία!


                                               26.6.1934





ΚΟΒΩ ΑΠ’ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ…


Κόβω απ’ το δέντρο τον καρπό
Πηγαίνω ολομόναχος στ’ αμπέλι
Γλυκαίνοντας τη δίψα μες στα χείλη
Πιάνοντας την ανάλαφρη δροσιά
Από τα χώματα κι από το πράσινο

Μοιάζει τ’ αλέτρι στοιχειό
Φεγγαρίσιο
Οι κάμποι τώρα απίθωσαν τα χέρια
Τη ζέστη από τους κόρφους
Ανάσκελα
Δοσμένοι στο ξεφάντωμα
Χορταίνουνε τις αγκαλιές
Πριν ραγίσει η σιωπή


                                               4-5.4.1935




Η ΓΗ…


Η γη κρατάει ασπίδα τους ανθρώπους
Κ’ οι άνθρωποι τραγουδάν ξένοιαστα
Γιατί δεν ξέρουν
Την αποστολή τους
Αγνοούν τον κίνδυνο της γης

Μεθυσμένοι μα ρωμαλέοι
Τρελλοί από τον ίλιγγο
Με κουπιά που νικούν στη λάμψη
Τους ανέμους και τα κύματα
Ταξιδεύουν στις θάλασσες
Ανεβαίνουν στους ουρανούς

Η δειλία τους κοιμάται
Πίσω απ’ τη χολή της γης
Σε τόπους μ’ ένα αιώνιο φεγγάρι
Που ρήμαξαν ζώα χωρίς ντροπή
Η κακόβουλη τύχη
Ο θρασύς καιρός


                                               28.1.1938





ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ


Μπορεί ένας από μας ν’ αγαπήσει μια γυναίκα;
Ας βγει έξω
Ας περπατήσει προς τη θάλασσα
Ας τραγουδήσει
Από τα κύματα θ’ ανθίσουν γυναίκες
Όχι μονάχα για κείνον που τραγουδά
Αλλά για όλους μας
Όλοι θα μάθουμε ξανά τον έρωτα
Σαν να μην τον ξέραμε ποτέ
Σαν να τον είχαμε λησμονήσει

Γιατί τον είχαμε λησμονήσει


                                                19.6.1938





ΤΟΥ ΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΧΘΟΥ…


Του κόπου και του μόχθου των περιστεριών
Στάθηκα εραστής

Γιατί μου φάνηκε πως η ζωή τ’ ουρανού
Κύλησε ίσαμε το στήθος των πουλιών

Και πια δεν είχα όρεξη να μάθω
Ονόματα χωρών
Πρόσωπα
Πράματα

Δεν με τραβούσε το κελάδημα της γης
Όταν δεν ανεβαίνει

Πάνω απ’ τα δέντρα
Ο ψίθυρος της πλάσης γελαστός
Τα σώματά μας λάμπουνε περίφημα
Σε τέτοιες οάσεις

Και ακοντίζουν υπέροχες κραυγές
Τόσες που τα πουλιά δεν λησμονάνε
Το άρωμα το μοσχοβόλημα της χλόης


                                               4.8.1939





ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΚΕΛΑΗΔΗΣΕ Η ΖΩΗ


Μητέρα των λαών κελάηδησε η ζωή
Είταν ημέρα είταν πρωί
Τα σύννεφα είχαν φύγει
Εμάς μας είχε πάρει
Ο Αύγουστος
Νοσταλγικά τραγούδαγαν τα νερά
Εκουνούσαν τον κόσμο στο χορό
Με τη σειρά σηκώναν τα παιδιά
Και τις γυναίκες φέρνανε
Πότε κοντά πότε μακριά
Η δύση του ήλιου η δύση
Βαστούσε τη ζυγαριά των αμαρτιών


                                               [20-23.12.1939]





ΝΟΤΕΣ


Σου είπα, ότι κάποτε εχλεύαζα τ’ αηδόνια. Μην το πιστέψεις· το είπα για να δώσω την υπόκρουση της αστειότητας στα βήματά μας που ανέβαιναν το βουνό, ενώ μιλούσαμε για τη φιλοσοφία του ήλιου, όταν δύει. Ω φύλλα απαλά σαν ψυχές, αναμνήσεις, πυγολαμπίδες!


                                               18.7.1940





Από το βιβλίο «ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ,
Γιατί τον είχαμε λησμονήσει…
Μια ανθολόγηση από το σύνολο του έργου του»,
Εισαγωγή-Επιμέλεια: Μ. Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ
παραφερνάλια τυπωθήτω, Αθήνα 2002

Στην εικόνα: Marc Chagall, «Πάνω από την πόλη», (1914-1918). Κρατική Πινακοθήκη Tretyakov. Μόσχα.
Πηγή:
http://annagelopoulou.blogspot.gr/2014/01/marc-shagall.html