Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Γιώργης Παυλόπουλος, "Λίγος άμμος"





ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

                                                 Στη Θ.Π.


Στον ύπνο του απόψε θα περάσει ένα τρένο.
Θα το ακούσει να σφυρίζει από μακριά
και καθώς θα μπαίνει ολόφωτο στην κάμαρά του
αυτός θα τρέξει στο ταμείο των ονείρων.
Υπάλληλος της νύχτας θα είναι ο εαυτός του.
Θα του ζητήσει μια θέση για Παρίσι
και βέβαια θα πληρώσει μ’ ένα ποίημα−
τη μόνη μονέδα που κρατά. Κι ο άλλος
αντί για εισιτήριο θα του δώσει
ένα λευκό τριαντάφυλλο
που θα της φέρει απόψε στη Μονμάρτη.

Rue du Mont Cenis αριθμός 52
θα χτυπάει θα χτυπάει μα κανένας δε θ’ ανοίγει.





ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ

                                                 Στην Ανθή


Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω

Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;

Αυτό κι αν το μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;

Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω

Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.





ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ


Μια Κυριακή απόγιομα
ένας νεκρός φαντάρος
μπήκε στον κινηματογράφο
πέντε μ’ εφτά.

Κάθισε μόνος σε μιαν άκρη
στο πίσω μέρος του εξώστη
χωρίς κανένας να τον βλέπει
κι έκλαιγε ήσυχα στα σκοτεινά.

Το έργο ήταν αισθηματικό
κάποτε το ’χε ξαναδεί
μαζί μ’ ένα κορίτσι
πάνε σαράντα χρόνια.

Μια Κυριακή απόγιομα
πέντε μ’ εφτά
πριν φύγει για το μέτωπο.





Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


                            Ι

Ξαφνικά το ποίημα σκόνταψε
κι έπεσε πάνω στ’ αγκάθια.
Το κοίταξε σχεδόν αδιάφορος
είχε κουραστεί πια να το προσέχει.
Την ίδια νύχτα στον καθρέφτη
είδε το σώμα του γεμάτο αγκάθια.


                            ΙΙ

Χιόνιζε. Το ποίημα ξεπαγιασμένο
του χτύπησε την πόρτα.
Έτρεξε και του άνοιξε, το πήρε
και το ζέστανε στην αγκαλιά του.
Μα σαν ζεστάθηκε άρχισε να τον τυλίγει
γύρω στο λαιμό και να τον πνίγει.


                            ΙΙΙ

Μια μέρα το ποίημα τρελάθηκε
βγήκε από τα μέτρα του.
Όσο κι αν προσπάθησε να το κρατήσει
εκείνο πάντα ξέφευγε σε κόσμους άλλους.
Σε μια στιγμή κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια
και τότε το δέχτηκε όπως ήταν.


                            ΙV

Σ’ αγαπώ είπε στο ποίημα
και το αγκάλιασε παράφορα.
Εκείνο δε μίλησε.
Τον φίλησε στο στόμα ξέροντας
πως πάντα το ξεχνούσε
για χίλια άλλα ποιήματα.


                            V

Κάποια νύχτα το ποίημα περίεργο
μπήκε κρυφά στην κάμαρα του ποιητή.
Τον βρήκε να κοιμάται ήσυχος
έσκυψε πάνω του και το παρατηρούσε.
Είδε τότε τα χαρακτηριστικά του να χάνονται
τη μορφή του να γίνεται άγνωστη.





Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


«Είμαστε κάπου εκεί μαζί
και κανείς δεν ξέρει πού είμαστε
και σε κοιτάζω
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
και σ’ αγαπώ
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για τον χαμένο χρόνο της αγάπης

Πες μου πως δε θα μπορέσουμε
να πεθάνουμε ποτέ
Εσύ που είσαι από μένα
κι εγώ που είμαι από Σένα
που είμαι τίποτα
χωρίς Εσένα

Πες μου αν ξέρεις
− εγώ δεν ξέρω −
πότε σε γνώρισα και πού
πότε σε πρωτοκοίταξα
όπως κοιτάζει ο ουρανός τη Θάλασσα
εγώ που σ’ αγαπώ
πριν από την πρώτη μέρα του κόσμου
και πονάω για Σένα και για μένα
πονάω για τον χαμένο χρόνο της αγάπης».

Στίχοι αισθηματικοί που δεν τους δημοσίευσε ποτέ
κι έμειναν για χρόνια θαμμένοι στα χαρτιά του.
Άλλωστε το είχε καταλάβει από πολύ νωρίς
δεν του πηγαίναν τέτοιες υπερβολές ποιητικές.
Όμως απόψε που τους διάβαζε αργά τη νύχτα
πόνεσε πάλι όπως και τότε
για τον χαμένο εκείνο χρόνο της αγάπης.





Ο ΑΛΛΟΣ


Εκεί που πάλευα να τελειώσω το ποίημα
περασμένα μεσάνυχτα
ήρθε πάλι ξαφνικά με ανοιχτό αμάξι
με δυο γυναίκες αγκαλιά
και κάτω από το παράθυρό μου
κατέβα άθλιε μού φώναζε
παράτα τα που να σε πάρει
σκίσ’ τα επιτέλους τα χαρτιά.

Κατέβηκα με την ψυχή στο στόμα
όμως ο δρόμος ήταν έρημος
και τσακισμένος ξαναγύρισα στο ποίημα
κι όλη τη νύχτα πάλευα
χωρίς να το τελειώνω.





Από τη συλλογή «Λίγος άμμος», που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιώργης Παυλόπουλος - Ποιήματα, 1943-2008», εκδ. Κίχλη, 2017.