Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, "Ζητήματα ύψους"





Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει
μία χελιδονοφωλιά του νου·
όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,
διακονία κανονική στο αόρατο.
Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,
φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,
να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια
στον ύπνο τους.
Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά
να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.
Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει
και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού·
διαμελισμένη από στοργή
θα συναντήσετε την καρδιά του
στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,
μπάλα στα πόδια των παιδιών.





ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ


Το μόνο φως μέσα στη νύχτα αυτή η λάμπα·
διανυκτερεύει ο πόνος,
δεν κοιμάται.
Ο φαρμακοποιός φοράει γυαλιά,
διαβάζει συνταγές,
τρίζει τ’ αρθριτικά του δάχτυλα,
σχολαστικά τακτοποιεί κουτάκια,
ονειρεύεται τον κήπο του στο θαλασσοχώρι.
Και φεύγουν ένας-ένας οι πελάτες,
στη σκιά χωνεύονται
κρατώντας παραμάσχαλα
ευπώλητες ελπίδες σε συσκευασία,
το καταπότιo, το σιρόπι, το έμπλαστρο,
άντε να δούμε αύριο τι μέρα ξημερώνει.
Ο κάθε δρόμος κρύβει τις παγίδες του,
κάθε γωνιά τον κίνδυνό της,
μα κάθε γειτονιά έχει μια λάμπα
για πρόχειρες ενέσεις αιωνιότητας,
αναβολές φθοράς και άλλα αναλγητικά.
Και έτσι όπως βαδίζουμε γυρεύοντας,
το μόνο φως μέσα στη νύχτα αυτή η λάμπα
και τ’ άστρα μακριά που λιώνουνε
στα δάκρυά τους τα συντροφικά.





ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ


Μήτρες της άνοιξης υγρές
μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,
τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,
αξίζει το κάλλος την αναμονή του.
Κι εσείς, φίλοι πουλιά μου, δώστε μου
την όρασή σας να κοιτάζω την πλάση,
τη γλώσσα σας να τραγουδήσω δώστε μου
στα πιο ψηλά κλαδιά της κατάφασης.
Μ’ αυτό τ’ αγεράκι σήμερα
να πυκνώσω θέλω το μέγεθος του κόσμου,
να λιώνουν απαλά στα χέρια μου
φρούτα, καρποί, επιδαψιλεύσεις της αγάπης.
Το λέμε τώρα έρωτα
του ουρανού και των άλλων άστρων,
το λέμε υποταγή στην ομορφιά
που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει.
Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή
το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,
άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου
και ροδιού σπόροι οι λέξεις,
τ’ όνομά μου.





ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ


Αγαπητέ μου δόκτορα,
δεν ξέρω εσύ τι λόγους είχες,
καθένας δοκιμάζεται, αλλιώς.
Έλεγα κι εγώ μήπως
για το χατήρι των λέξεων
να παραδώσω την ψυχή μου.
Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται.
Λοιπόν στου άρχοντα του σκότους
τα παλάτια οδηγήθηκα
(και τρέμιζε ο παντεπόπτης άστρο μακρινό),
τι αποτυχία!
Πώς είναι η μοίρα μας εμάς των εραστών
και μέσα στις φωτιές ακόμα,
από τιμές και χρήμα κι ηδονές,
να προτιμάμε μάτια αγαπημένα.
Τα νύχια μας αντί να μεγαλώνουν,
γινόμαστε άκακα αρνιά,
αντί −που κατατρώνε σπλάχνα− γύπες,
γινόμαστε ταπεινά στρουθία.
Και συ άλλωστε,
δόκτορα Φάουστους
−πρώτε που μας δίδαξες−
στου χαλασμού τις φλόγες βουτηγμένος
ξέκλεψες μια αστραπή από φως
κι έτσι όπως το πονεμένο κοίταζες
βλέμμα της Μαργαρίτας,
νοστάλγησες ξανά τον ουρανό.





ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ


Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι ακόμα,
ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό·
θα κοιτώ απ’ το αιωρόπτερό μου
τα φαινόμενα.
Τις μέρες γυπαετοί, στρουθία
και τζιτζικιών θυσία ερωτική·
τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες.
Και μέσα σε υπόγειες τρύπες
φίδια, σκορπιοί,
πάντα αόρατα, καλά κρυμμένα τα επικίνδυνα.
Δε λέει αυτό το δάσος
να δώσει όλα του τα μυστικά,
μπερδεύομαι.
Όμως ο θάνατος απλώνει γύρω,
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση·
ακριβοδίκαια μοιράζει την ποινή.
Και μόνο, εκεί ψηλά, τ’ αστέρια
ρίχνουν ματιές συμπονετικές
και στις γυμνές βραγιές στο χώμα
φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες.






Από τη συλλογή «Ζητήματα ύψους», εκδ. Τυπωθήτω - λάλον ύδωρ, 2015.