Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Αναστασία Θεοδωρούδη, "Χτυπούν την πόρτα μου οι δρόμοι"




)__)(__)(_)(_)(____(_


Καπέλο


Εκείνος περνά.
Λίγο σκυφτός.
Και λίγο διπλωμάτης.
Περηφανεύεται σε όλους
πως ποτέ δεν τον δαγκάσανε
σκυλιά στους δρόμους.
Ούτ’ ένα σκίσιμο
δεν έχει στην άψογη περιβολή του.
Κάποια κλωστούλα έρωτα
μιαν άνοιξη που ξήλωσε
λιγάκι στο γιακά του,
την έκοψε στα γρήγορα.
Κρατώντας σταθερά
στο χέρι ψαλιδάκι.
Κι ένα χαρτί,
χαρτί παλιό,
που έγραφε ξεθωριασμένα
και θαμπά,
θνητός.
Ή θνησιμότητα.
Το τσαλάκωσε.
Το έβαλε στη τζέπη.
Σαν πήγε σπίτι,
έκατσε και το δίπλωσε.
Με προσοχή.
Και επιμελημένα.
Το έκαμε καπέλο.
Να το φορεί.
Να μην ζαλίζεται.
Απ’ τον πολύ το ήλιο.
Σ’ αυτό το κάθε μέρα.
Σ’ αυτό το κάθε μέρα.





)(__)(_)(__)(___)(_


Σε ανοίγω στα δύο σα καρπούζι.
Παραγεμισμένο σκοτάδι.
Μέσα σου γυαλίζουν υγρά κουκούτσια αστέρια.
Σε βρήκα πεταμένο.
Στους χωμάτινους δρόμους μιας επαρχίας θολής.
Κι όλο το όνομα σου ξεχνούσα.
Σκόνη.
Αλκοόλ φτηνό.
Τσιγάρα λαθραία.
Κι εσύ στο δρόμο μου.
Κι εγώ διψούσα.





)(___)(___)(____)(_)(_


Ένα μουρμούρισμα


Ένα μουρμούρισμα.
Ίσιο.
Κι ανάμεσα η φωνή
του αρνιού που πεινά.
Ένα μουρμούρισμα.
Κι ανάμεσα το φύλλο
από τη φλαμουριά
που σκάει πράσινο.
Κοιτάζω κάτω απ’ τα κρεβάτια μου.
Κάτω από τους έρωτες
που έχω αγάλματα
Σε όλες τις πλατείες.
Στους πεσόντες μου.
Να δω ποιος μουρμουρά.
Τόσο αδιάφορα
Και τόσο παγωμένα.
Δεν βρήκα κανέναν.
Κοιτώ στα σεντούκια μου
Μέσα σε ρούχα που δε φορώ πια.
Σε σπίτια που ξενοίκιασα.
Κανένας.
Κοιτώ κάτω απ’ το μαξιλάρι μου.
Μέσα στον κρατήρα
που φτάνει ως τον πυρήνα μου.
Φωνάζω ονόματα.
Που ποτέ δεν ξέχασα.
Κανένας.
Το παγερό μουρμουρητό.
Αδιάφορο.
Για το αν ζω.
Αν ζεις.
Αν πέθανα.
Αν πέθανες.
Παντού.
Κοντά στ’ αυτί μου.
Στο πλευρό μου.
Αφηγείται.
Χωρίς τα γεγονότα να έχουν
σημασία καμία.
Ούτε αξία.





)(___)(___)(____)(_)(_


Το ήσυχο νερό


Κάθομαι έξω.
Στο δρόμο.
Από μακριά φωνές.
Ένας τραγουδιστής πνίγηκε
καθώς τραγουδούσε τη θάλασσα.
Με τα ίδια του τα λόγια.
Ένας ερωτευμένος άντρας,
παρασύρθηκε γυμνός
Από τον ίδιο του
τον κόκκινο ποταμό.
Κοιτάζω τα πτώματα.
Πώς επιπλέουν
στο ήσυχο νερό της νύχτας.
Το ένα τους μάτι
ακόμα ανοιχτό
Και έκπληκτο.
Τ’ άλλο κλειστό.
Παραδομένο.





)(__)(__)(____)(_____)(_


Νύσταξα.
Μες στην αυλή μου.
Κάθομαι σε μια καρέκλα γερτή.
Ένα αστέρι σκυλί
τρίβεται στα πόδια μου.
Για λίγο ψωμί από το στάχυ μου.
Κείνο τ’ αγριοσίταρο.
Το πάντ’ αθέριστο.
Το πάντα ξεχασμένο.
Που φυτρώνει στα πλαϊνά
Του δρόμου μου.





(())__))((_(())____))((__(())_


Κοιτάζω κάτω στο δρόμο
Το κεφάλι χαμηλά
βαρίδια τα μάτια.
Τα χέρια
σφιχτά σε γροθιές.
Φυσά παγωμένος αέρας
από πέρα
απ’ τα μελλούμενα.
Τα βάζω στις τσέπες.
Τα νιώθω μεγάλα τα χέρια μου
και δυνατά.
Αρκούδες που κρύφτηκαν στις σπηλιές
για να γεννήσουν.





Στην εικόνα: Vincent van Gogh, "Country Road", 1890.