Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Κέλλυ Πάλλα, "Γιούκα η ηδονοβλεψίας"




6. Όταν εσύ κάνεις άλλα σχέδια


Το σπίτι γεμάτο βαλίτσες, σακούλες νάιλον, πουγκιά με κοσμήματα, τσαντάκια με καλλυντικά και δυο χαρτόκουτα, όσα παίρνει μαζί της όποια ξεκινάει νέα ζωή. Χτύπησε το τηλέφωνο, και χοροπηδώντας ανάμεσα στις ανοιγμένες σακ-βουαγιάζ έφτασε ευφρόσυνη στο τηλέφωνο – τίποτε δεν μπορούσε να της χαλάσει τη διάθεση. Όμως πάντα κάτι έρχεται απροσκάλεστο, όταν εσύ κάνεις άλλα σχέδια, κι η Ζωή ποτέ δεν περίμενε ότι θα άκουγε από τη φωνή της Ήβης τέτοια κουβέντα.
– Από πού το έμαθες; Μόνο αυτό άρθρωσε.
– Απ’ την Άννα.
– Έχει καιρό;
Της είπε.
– Ξέρεις πού είναι τώρα;
Ήξερε.
– Καλά, κλείσε.
Στάθηκε μπροστά στην ντουλάπα της. Έβαλε το χέρι ανάμεσα στα μαύρα, σάρκα χλωμή καταμεσής σε πένθιμα κατάρτια πλοίου. Διάλεξε ένα μακρύ, στενό φουστάνι. Μάζεψε τα μαλλιά με τα χέρια – τα μάτια δεν μπορούσε. Έτρεχαν κόκκινα. Σκούπιζε μάτια και μάγουλα. Ξανά και ξανά. Τα μάτια να κυλούν, και τα χέρια να πολεμούν να τα στεγνώσουν. Γιατί τα τελευταία χρόνια μαθαίνοντας μέσω τρίτων τα νέα του Νικήτα συμφιλιωνόταν αργά-αργά με το ναυαγισμένο τους πάθος. Πότε-πότε αναθεωρούσε εκ του ασφαλούς, χωρίς να ρισκάρει καινούριες προσεγγίσεις και φρέσκες πληγές. Τους τελευταίους μήνες δρόσιζε αραιά και πού τη μνήμη της η οποία, τόσο ανθρώπινα, είχε αγκυροβολήσει πια μόνο στα θετικά της προβληματικής τους συνύπαρξης, δίνοντάς της μάλιστα ένα φόντο ευτυχίας, κι ας μην της αναλογούσε.
Έβαλε τα ρούχα του πένθους και βγήκε παγωμένη και τρεμάμενη στον χειμωνιάτικο αέρα με ένα εικοσάρικο στην παλάμη. Χώθηκε σ’ ένα μαγαζί στη διπλανή της πόρτα, χρόνια το προσπερνούσε σαν να μην την αφορούσαν όσα υπήρχαν μέσα. Μέχρι σήμερα ποτέ δεν είχε μιλήσει στην ξανθιά που κάπνιζε το τσιγάρο της δίπλα στο τζάμι, ποτέ δεν της είχε κουνήσει έστω το κεφάλι για Καλημέρα. «Άνθη-Φυτά» έγραφε απ’ έξω, και η ξανθιά εκείνη τη στιγμή με τα δάχτυλα γεμάτα χώματα ξαφνιάστηκε που την είδε εκεί, μέσα από το κατώφλι της.
Απ’ όλο το μαγαζί διάλεξε μόνο πρασινάδες. Δάφνες, φτέρες, κλαδιά ελιάς. Στο τέλος, γιατί στην αρχή δίστασε λίγο, τράβηξε δυο κλαράκια γυψοφίλης, στολίδι για ταφικό υμέναιο. «Γι’ αυτά φτάνουν;» ρώτησε δείχνοντας το εικοσάρικο. Η κοπέλα κοίταξε το συρτάρι της ταμειακής για ρέστα. «Αφήστε», φώναξε με το ένα πόδι ήδη έξω από την πόρτα και χάθηκε.
Ξεκίνησε με δρασκελιές γενναίες. Θα τον έβρισκε. Στον δρόμο όμως τίποτα. Ούτε είδε ούτε συνάντησε άνθρωπο. Στο μυαλό της η μαρμάρινη πλάκα που θα συναντούσε με το πολυσύλλαβο ονοματεπώνυμό του. Θα την εντόπιζε από ένστικτο, προσανατολισμένη από εκείνη την εσωτερική πυξίδα που πάντα της φανέρωνε ποιο δρόμο είχε πάρει ο εκείνος, τι άκουσε, τι είπε, τη θλίψη, τη χαρά του, πότε υπέφερε, πότε γελούσε.

Μάταια τριγυρνούσε με το εκκεντρικό μπουκέτο της στο χέρι πίσω από τον πέτρινο αυλόγυρο με τη σιδερένια πύλη. Κάποια στιγμή η γυψοφίλη άρχισε να μαδάει και να κολλάει στο μαύρο πανωφόρι της, αλλά αυτή με τα μάτια πυρακτωμένα δεν το πρόσεξε. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι με αφιερωματικούς στίχους βιδωμένους στην πλάτη, αλλόκοτο μαξιλαράκι μνήμης: «Του αγαπημένου μας πατέρα, τα παιδιά του» κι από κάτω ένα επίθετο και τρία ονόματα. Η σκιά της στο χώμα έπεφτε δίπλα από τη σκιά γέρικου κυπαρισσιού, υπήρχαν πολλά τέτοια δένδρα στα γύρω χώματα, όπως είθισται σε όλα τα μήκη και πλάτη όπου φιλοξενούνται νεκροί.
Τότε ήρθε και την επισκέφτηκε η πρώτη τους συνάντηση, τα αμήχανα χέρια τους, χρόνια πριν, πάνω σε μαρμάρινο τραπέζι, να κονταροχτυπιούνται με τα βλέμματα, να ζυγιάζονται αμοιβαία, αλλά να μη σμίγουνε – ο έρωτας δεν είναι έρωτας, αν δεν συνοδεύεται από φόβο. Ανάσανε βαριά η Ζωή, και μια ελαφριά ανατριχίλα διαπέρασε την πλάτη της, σαν να ήταν εκείνος ακόμη σιμά της.
Κοίταξε γύρω σκιαγμένη, αλλά δεν περίμενε. Σηκώθηκε και τράβηξε κατά την εκκλησία. Δεξιά από το θυρόφυλλο ένα στεφάνι με μοβ κορδέλες – ο νους της δεν πήγε αμέσως στο γιατί. Στάθηκε με σέβας στον νάρθηκα. Έκανε έναν μεγάλο σταυρό, ακουμπώντας τα τρία δάχτυλα στο μέτωπο κοιτώντας τον τρούλο, στον αφαλό σκύβοντας λίγο, στον δεξί και στον αριστερό ώμο κι έβαλε το πόδι μέσα. Ό,τι θα ακολουθούσε το έταξε στη μνήμη του – όλες οι κηδείες, γνωστών-αγνώστων, φίλων ή εχθρών, είναι για τον ίδιο νεκρό, συλλογίστηκε και διάλεξε μια γωνιά μοναχική και αθέατη.
Αυτό είναι ο θάνατος; ρωτήθηκε από μία φωνή που δεν ακούστηκε. Ένας μοχθηρός θερμοπομπός που βρυχάται σε ναό βουβό, και η βροχή που πέφτει σε χοντρές, πυκνές σταγόνες – έξω είχε αρχίσει ξαφνική καταιγίδα κι η γη, όταν καταπίνει θνητούς, διψάει. Βββββββ, αναμονή ασταμάτητη.
Ακούγεται ποδοβολητό. Φλύαροι άγνωστοι, χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή, τρυπώνουν στον ναό, λες μόνο για να γλιτώσουν από τη θεομηνία. Αναστατώνουν την επικείμενη ιεροπραξία κοιτώντας εξεταστικά τον χώρο, πότε-πότε και το κινητό τους. Τους στέλνει ματιές περιφρόνησης.
Από τους τοίχους οι αγιογραφίες ρίχνουν ιεροπρεπείς σκιές, και οι πολυέλαιοι τρίζουν ελαφρώς, τους κοιτάει και λέει πως την απειλούν με το βάρος τους. Συνθέσεις λουλουδιών με φαντασία περιττή, βαλμένες σε θέσεις περίοπτες. Το χαλί μοβ, με τέσσερις δικέφαλους αετούς στις γωνίες. Φλόγες πάλλονται και κεριά λιγωμένα αχνίζουν μουρμουρίζοντας ένα ανεπαίσθητο τςςς...
Ξαφνικά άντρες σβέλτοι, φρεσκοξυρισμένοι και ντυμένοι σαν γαμπροί, ελέγχουν κάποιες λεπτομέρειες, που μοιάζουν μάταιες: οι ανθοστήλες ζωσμένες με μεταξωτές κορδέλες να πέφτουν χαρίεσσες στο πάτωμα, κι η εικόνα της Ανάστασης στηριγμένη σ’ ένα τρίποδο άλλαξε πολλές φορές θέση μέχρι να στηθεί, λες από χέρι γεωμέτρη, ακριβώς στο κέντρο.
Κι εκεί, μέσα στην κουφόβραση και στον βραχνό ήχο του θερμοπομπού, καταφθάνει το γυαλιστερό ξύλινο κουτί, παιχνίδισμα μαραγκού επιδέξιου ο σταυρός, δουλεμένος ένθετος να εξέχει μόλις λίγα εκατοστά απ’ το καπάκι, για να θυμίζει πως όχι, τούτο εδώ δεν είναι έπιπλο, αλλά το στερνό κατάλυμα ενός θνητού. Από πίσω συνοδεύουν με κόκκινα μάτια πέντ’-έξι μαυροντυμένοι, σκυμμένοι πάνω στα μαντίλια τους – αυτοί είναι όλοι κι όλοι όσοι κάτι αισθάνονται, οι υπόλοιποι απλώς ακολουθούν στεγνοί και ανέκφραστοι, γιατί υποχρεούνται. Η εκκλησία γεμίζει βλέμματα σαστισμένα, μετακινούνται από πρόσωπο σε πρόσωπο κι αφήνουν να τρέξει πλάι στα ρουθούνια κι από κει στο στόμα εκείνο που καταθέτουν όλοι μπροστά στον θάνατο, μείγμα φόβου, δακρύων κι ανερώτησης. Κάνουν δυο-τρία βήματα συρτά, λοξά, σαν σκιαγμένου κάβουρα, μέχρι να σβήσουν όλα πάνω στο χαλί κι αρχίσει ο ψάλτης κάτι Αλληλούια.
Σε κλειστό κουτί όλα όσα γεύτηκες. Κλειστό κουτί όλα όσα είδες. Το σώμα, οι επιθυμίες, οι ανάγκες του, αναλγησίες κι αρπαγές της νιότης. Θυμήθηκε παρόμοιες τελετές, κι οι τρίχες στο έξω της παλάμης της σαλέψαν: μιαν άλλη φορά τα μάτια του σκηνώματος βασιλεμένα, απρεπώς ψιμυθιωμένα και αξιοπεριέργως σφραγισμένα όπως και τα χείλη, χάρη σ’ ένα μικρό θαύμα της κοσμετολογίας ανάμεσα στην πάνω και στην κάτω γνάθο κι ανάμεσα στα τσίνορα, να τα κρατάει αχώριστα.
Και τώρα πάλι το ίδιο έλαβε χώρα, όταν ξαφνικά το φέρετρο κουνήθηκε από το άγαρμπο σκούντημα μικρού κοριτσιού, που αδικαιολογήτως βρέθηκε μέσα στην ομήγυρη. Όλοι φώναξαν «Μηηη…» κοιτώντας αυστηρά προς τη μεριά του παιδιού, η Ζωή όμως ήταν σίγουρη πως κάτω από το μαύρο γυαλιστερό καπάκι τα ατάραχα τα χείλη δεν διχάστηκαν, ούτε τα βλέφαρα. Φύσηξε την ίδια στιγμή κρύος αέρας από τον νάρθηκα μέχρι τα εξαπτέρυγα παρασέρνοντας μια μπάλα ξερά φύλλα, που ήρθε και κούρνιασε κάτω από τον νεκρό, δίπλα σ’ ένα χαμηλό μανουάλι με κεριά, προσάναμμα πρόσφορο – από τη μια σύμπτωση στην επόμενη. Οιωνός, σκέφτηκαν άπαντες κι ανατρίχιασαν με το συμβάν πιάνοντας κρυφά  το χέρι του διπλανού τους να κρατηθούν, να γλιτώσουν. Από τι;
Ο ιερέας ψέλνει τα δέοντα. Πολύ νέος, υπολόγισε, άραγε ξέρει; Κουρεμένο το γένι και μια σταγόνα κόκκινο κρασί πάνω στο πετραχήλι του. Κι αυτή, που τον ακούει, το πράττει για να κρατηθεί από τα λόγια, τις σεβαστικές αντιθέσεις των λέξεων, «Ο θάνατός σου Κύριε, αθανασίας γέγονε πρόξενος», εκείνη την ετοιμοπαράδοτη από τι παλιότερες γενιές άποψη για τον πεθαμό, που τέτοιες ώρες όμως σου δίνει απάντηση και δεν σ’ αφήνει να λυγίσεις, μα σε κρατάει να σταθείς. Μια τελειωμένη ύπαρξη κείται μπροστά της (αν βέβαια με το μαύρο κουτί ν’ ακουμπάει οσονούπω στο χώμα θα μπει στο Είναι μια τελεία). Ύπαρξη με μάτια, με μύτη, με μνήμη, με λαλιά. Όλα ληγμένα τώρα, σε λίγο βρώμα σκωλήκων και δυσωδία.
Έφτασε η ώρα για το στερνό φιλί, όμως τα πόδια της πάλι πίσω, μακάβριο, σκέφτηκε, το συνήθειο της νεκρολατρίας, γιατί το μαύρο κουτί άνοιξε και είδε έναν άγνωστο χλωμό, με τα χέρια δεμένα. Εκεί, όταν έσκυψε κι έστρεψε το κεφάλι να μη δει το πρόσωπο, τα νύχια, τα μαλλιά, το βλέμμα της τρύπωσε άθελα στο κενό που άφηνε το πουκάμισο, γιατί δεν εφάρμοζε πάνω στο δέρμα κι έχασκε ένα δάχτυλο από τον καρπό του αποδημήσαντος. Εκεί είδε (γιατί κατά βάθος ήθελε να δει – μολονότι, αν τη ρωτούσαν, θα έλεγε το αντίθετο) τους πόρους ποτισμένους με μαυροδάφνη, ζωγραφισμένοι οι καρποί του (ό,τι φαινόταν) σαν με σφουγγάρι, από κινήσεις κυκλικές και πισωπάτησε λίγο, αλλά εκείνη, αντίθετα από άλλους, δεν είχε κανέναν δίπλα να πιαστεί.
Σύντομα τελειώσαν οι ψαλμοί, κι ήρθαν οι φρεσκοξυρισμένοι και σήκωσαν το μαύρο κουτί. Από κει και πέρα για τη Ζωή ο θερμοπομπός σίγησε, αλλά φυσικά ήταν μόνο υποκειμενική της γνώμη. Συγγνώμες σιγοψιθύρισαν οι τέσσερις άνδρες, που δεν τις εννοούσαν, γιατί είχαν τον νου τους σε ό,τι θα ακολουθούσε: πομπή μέχρι το μνήμα, η βροχή είχε σιγήσει, αλλά η σκαμμένη γη, αυτό το σκοτεινό άλευρο, είχε γίνει πια λάσπη, έτοιμη να ζυμωθεί με τα χέρια των οικείων και των αλλότριων, μια χούφτα χώμα ο καθένας τους. Τα υπόλοιπα, αρμοδιότητα ενός ειδικού, που περίμενε δίπλα στο χαντάκι ντυμένος με γαλότσες και γάντια της βαριάς δουλειάς. Φτυαριές με κόλλυβο και λίγα γαρίφαλα πάνω-πάνω πριν στρίψουν το βλέμμα και κρυφτούν στο υπαρξιακό τους σπήλαιο όλοι, οι μεγάλοι, οι μικροί, οι μεσήλικοι κυρίως, που κοιτούν και από δω και από κει, γιατί αυτοί στέκονται αμήχανοι στη μέση από ένα ποτάμι.
Σκυφτοί περπάτησαν μέχρι την παρακείμενη βρύση, να πλυθούν και να σχεδιάζουν πώς να γίνει να γλιτώσουν οι ίδιοι απ’ το χαντάκι και τις λάσπες, δηλαδή για πόσο ακόμη, Κύριος μόνον οίδε, αλλά ο καθείς να εύχεται για λόγου του και να φτύνει στον κόρφο του. Κι όμως, μόλις κρυφτεί στο σπίτι του, σίγουρα θα κοιτάξει σε όποιο πρόχειρο κάτοπτρο βρει, σε καθρέφτη, σε τζάμι, σε νερό στεκούμενο και θα ψάξει για τους οιωνούς της σάρκας που θα φανερώσουν πως «Εντάξει, αργεί ακόμη για μένα το κακό, είναι για κάποιους άλλους».
Ακολούθησε η Ζωή τους λοιπούς μαυροντυμένους που μπήκαν σε αίθουσα με πολλά καθίσματα γύρω από μακριά τραπέζια. Κανένας δεν τη ρώτησε ποια ήταν και πώς γνώριζε τον τεθνεώτα – ευτυχώς, γιατί απάντηση δεν είχε.
Της έφεραν καφέ, μετά κονιάκ, μια γουλιά στην αρχή, αφιλόξενο το στόμα στα πέντε αστέρια, μα γρήγορα θερμάνθηκε, κύλησαν γρήγορα οι επόμενες, άρχισαν να ακινητοποιούνται οι σκέψεις, να φρενάρει ο λογισμός, τα χέρια να κινούνται πιο νωθρά, οι λέξεις παρομοίως, λίγο τεμπέλικες. Και ξανά μια γουλιά, να σκέφτεται τώρα πιο αργά Άσ’ τα πίσω, δεν σε αφορούν, εσύ μόνο δουλειά, λεφτά, αγκαλιές – η καρδιά της μέσα σε λίγες ώρες είχε σκληρύνει, να σκέφτεται τώρα μόνο το τομάρι της – ζωή είναι αυτό που κόβει στη μέση έναν προγραμματισμό – ενώ ο νεκρός έχει ήδη φύγει μακριά, μαζί τα κολλημένα βλέφαρα, ακόμη και οι δύο διαδοχικοί οιωνοί, η αθέλητη αταξία της μικρής και τα ξερά φύλλα κάτω απ’ το φέρετρο δίπλα στη σπίθα των κεριών.

Σηκώθηκε να φύγει με ένα κουλουράκι στο στόμα και με το ονοματεπώνυμο του Νικήτα καρφωμένο εκ νέου στο μυαλό της. Έκανε μια βόλτα ανάμεσα στα μαρμάρινα κιβούρια, γιατί ψυχανεμίστηκε πως εκείνη η πυξίδα, που χρόνια την πληροφορούσε για τα πεπραγμένα του, δεν της έδειχνε εύνοια πια. Είχε ιδρώσει, και το στεφάνι στα μαλλιά της έδειχνε την ηλικία της που κανονικά, όταν ήταν φρεσκολουσμένη, ξεγελούσε πολλούς. Κοίταξε λασπωμένα τα παπούτσια της, μια μελαμψή φλεβίτσα στον αστράγαλο την πονούσε ώρα τώρα και έσερνε ελαφρώς το αριστερό της βήμα.
Σ’ ένα αφρόντιστο σκάμμα, λες και αθλητής του άλματος θα προσγειωνόταν ακριβώς δίπλα της, είδε ένα μαρμάρινο κουτί ακουμπισμένο στο χώμα. Η τέταρτη επιφάνεια του κουτιού έμοιαζε με τζάμι, δεν έβλεπε και καλά, ραγισμένο μάλλον, γιατί ήταν λερωμένο από έναν γενναίο λεκέ λαδιού. Η φωτογραφία όμως μέσα μιλούσε, ίδια με παλιό τραγούδι αγαπημένο, που συλλαβίζει αναμνήσεις, λέξεις, μυρωδιές, όπως γίνεται με κάτι που δεν ξέρεις εσύ, αλλά αντίθετα ξέρει αυτό πολλά από σένα. Άνεμος σηκώθηκε και κούνησε τη φωτογραφία, φτερούγισε σαν ωδικό πτηνό και είπε τραγουδιστά το όνομά του: Νάτος.
Αυτό το φρεσκοσκαμμένο παρτέρι είναι ο τάφος του… Έσκυψε, με δυσκολία αλλά έσκυψε, έσυρε με τα νύχια το λαδωμένο τζάμι κι έπιασε τη φωτογραφία. Ήταν εκείνη που είχε τραβήξει η ίδια, δύο εβδομάδες πριν πουν το περίφημο «Άσ’ το, δεν πάει άλλο, ας τελειώνουμε». Είχε κρατήσει μία όμοια κάπου στο σπίτι, θα γυρνούσε πίσω και θα έψαχνε, τόσα κουτιά, φάκελοι, αυτή δεν πετούσε τίποτα, θα πετούσε ποτέ φωτογραφία του; Αναγνώρισε τη φλέβα εκείνη στον λαιμό, την κάθετη ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια του, και τα δικά της πυρακτώθηκαν ξανά, όπως πιο πριν στο σπίτι. Δεν υπάρχει πια, είναι παρελθόν. Κι όμως αν… από κάπου βλέπει; Έστριψε απότομα την πλάτη της, καθώς κάνουν στα θρίλερ. Τα κοιμητήρια μέρα μεσημέρι άδεια, μόνο λευκοί σταυροί και αγριοπερίστερα να ξαποσταίνουν στα μεταλλικά καντήλια, αλλά οι ήχοι, τα τριξίματα, οι αναπνοές ήταν σιμά της, κι η τελευταία πομπή μαυροντυμένων απομακρυνόταν σαν δράκος που σέρνεται με θόρυβο σηκώνοντας σκόνη πάνω στα χαλίκια. Έψαξε για ένα δοχείο να βάλει τα λουλούδια της –λουλούδια θα πεις την πρασινάδα;– αλλά ήξερε το γούστο του, πάντα επιζητούσε τα αλλιώτικα. Βρήκε δίπλα στη βρύση ένα πλαστικό μπουκάλι με κομμένο τον λαιμό, ανθοστήλη αυτοσχέδια, και το στερέωσε ανάμεσα στα σκοτεινά χώματα μπροστά από τη φωτογραφία του.
Κι ευθύς θυμήθηκε μια φορά που, παιδί, ξύπνησε από ύπνο βαθύ και δεν είχε το χέρι της μάνας της να την παρηγορεί. Τότε μελετώντας άλαλη και φοβισμένη το πυκνό σκοτάδι ερμήνεψε μέσα της τι πάει να πει φως και τι ημέρα. Σύγκρινε ετούτη τη στιγμή με την άλλη, όταν τη βρήκε η πρώτη μαχαιριά γύρω απ’ τα σφυρά, αυτή λίγο-πολύ δεν την εγκατέλειψε ποτέ, και μονομιάς εννόησε τότε τι θα πει υγεία. Έτσι και τώρα, μπροστά στον τάφο του νεκρού Νικήτα ένιωσε τι εστί ζωή, όχι η ζωή της, αλλά ζωή γενικά, γιατί ένα κομμάτι της ήταν κι ο νεκρός Νικήτας, αιώνιος πια στο μυαλό και στην ανάμνησή της, Κι αναλογίστηκε πως αν δεν είχε πεθάνει και απλώς είχε αρρωστήσει και μετά πάλι είχε γίνει καλά, όταν το μάθαινε, θα πονούσε για χατίρι του πολύ, θα πονούσε το ίδιο όπως πονάει τώρα, γιατί δεν θα ήξερε, δεν θα είχε να συγκρίνει τον πόνο του θανάτου τον αμετάκλητο με τον μετακλητό. Το αμετάκλητο τα λιώνει όλα εντός σου, σε κάνει στο τέλος να υποκλιθείς. Και από την άλλη είπε Ελευθερώθηκα επιτέλους, γιατί δεν είχε πια να περιμένει να τον δει, να αναλογίζεται τις διαδρομές του μες στην πόλη και τις ώρες που υπολόγιζε πως διέσχιζε τον δρόμο από το σπίτι μέχρι το γραφείο του. Δεν είχε πια την ελπίδα (ή τον φόβο) να σκοντάψει στα βήματά του, χρόνια τώρα είχε συνηθίσει να συνυπάρχει στην ίδια πολιτεία μ’ αυτό το ενδεχόμενο, το οποίο ποτέ δεν λάμβανε χώρα, αλλά αιωρούνταν σαν δυνατότητα, ελάχιστη παρηγοριά για την αγάπη που του είχε κάποτε – κατά βάθος δεν διέφερε από την Ήβη, κι ας μην το παραδεχόταν.
Στάθηκε προσοχή με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην κοιλιά της, όπως κάνουν σε επίσημες τελετές. Να του μιλούσε ή να τον ρωτούσε; Αλλού ο νους της τώρα…
Δεκάδες μήνες πριν από τον χωρισμό τους είχε σκύψει στο στήθος της εκείνος και με σιγανή φωνή, για να μην είναι σίγουρη αν το είπε ή αν μονάχη της το φαντάστηκε (μόνο τώρα συμπέραινε η Ζωή πως όλα γίνηκαν για να μη φοβηθεί ο ίδιος ακούγοντας τα λόγια του), και της είχε ομολογήσει: Σε δύο χρόνια από σήμερα θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα βλέπω αν σου λείπει μύτη, αυτί ή δόντι… Βαρύς τότε ανάμεσά τους ο αέρας ξαφνικά, πηχτός. Γιατί μόλις γνωρίστηκαν τα μάτια τους ήταν ακινητοποιημένα και καυτά στο μαρμάρινο τραπέζι όπου έπιναν το πρώτο τους κρασί, μετά ψυχρά και νευρικά πάνω στο ίδιο μάρμαρο και δεν τους κατέβαινε γουλιά κρασί. Πυκνές τελείες θα τύπωνε κάποιος, 0αν ήθελε να κάνει ετούτη τη στιγμή γραπτό.
Σε δυο χρόνια από την ημέρα της δήλωσής του, χωρισμένοι πια με τον Νικήτα, περπατώντας ξέγνοιαστη ανάμεσα στο πλήθος –πάντα ουρανοκατέβατη έρχεται η ανάμνηση– είδε ζευγάρι ηλικιωμένων πιασμένο αγκαζέ, κι η γυναίκα να κοιτά τον σύντροφό της με λατρεία. Εκείνος με έναν τεράστιο σκούρο λεκέ στο μισό πρόσωπο, από το μάτι μέχρι το πηγούνι, αλλά εκείνη να τον κοιτά με το βλέμμα που είχαν κάποτε υποσχεθεί στην ίδια: αφοσίωση, έρωτας, λαγνεία. Τους προσπέρασε τότε με καρδιοχτύπι  ζήλειας. Γιατί σε μένα όχι;
Θα ήθελε, αναλογιζόταν τώρα ανάμεσα στις τάφρους των νεκρών, να είχε ένα τέτοιο σημάδι με αντάλλαγμα ένα τέτοιο βλέμμα; Έκανε μια κίνηση να φύγει – είχε τελειώσει πια τις υποχρεώσεις της και ήταν έτοιμη να πάρει μαζί της τούτη την απορία, βάσανο και υπαρξιακό κενό στο σπίτι, αλλά το αριστερό της πόδι, που μελαμψό με τις φλεβίτσες να πληθαίνουν γύρω από τα σφυρά, την μαχαίρωσε για ακόμη μια φορά κι έλαβε την απάντηση: Τελικά δεν μου χρωστάς, Νικήτα. Είμαι εγώ αυτή που στέκεται πάνω απ’ το μνήμα, όχι το αντίθετο. Κι απομακρύνθηκε ήσυχη και περήφανη, χορεύτρια που λικνίζει το μαύρο της πανωφόρι μόνο απ’ τ’ αριστερά ανάμεσα στα λευκά μάρμαρα. Οι βαλίτσες και οι κούτες στο σπίτι την περίμεναν ανοιχτές, και το εισιτήριο για Λέσβο ήταν για την επαύριο.





Από το μυθιστόρημα «Γιούκα η ηδονοβλεψίας», εκδ. Νησίδες, 2017.