Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, "Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι"




ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ


Α, γλώσσα άτιμη ιερόδουλη
−για να το πω κομψά−
πώς ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους
εδώ κι εκεί και σ’ όποιον να ’ναι
και τα «πολλών ανθρώπων λόγια σου»
μ’ ακολουθούν αδιάκοπα
απ’ την κουζίνα στο κρεββάτι!
Ατμίζεις, κυλιέσαι πρώτα μέσα στα κατσαρολικά
και φαγητά για το χατήρι σου θυσίασα
ύστερα στη βιβλιοθήκη για καφέ
και το βράδυ
δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν
να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια
ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι.
Χτυπάνε μες στα δόντια μου
ταμπούρλο τα φωνήεντά σου
να μην τελειώνει η μουσική
καλέ τι ωραία που εξασκούμαι
στα ανείπωτα!
Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου
αλλά λείπει ο ένας
γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;
Και άραγε γιατί δεν βρίσκω λέξεις να το πω
τόσο σοφή −ως τώρα− που έγινα κλέβοντας;
Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά
−άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!−
πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;





ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΥΧΤΑ


Από την τρύπα μιας βελόνας
εννοείς να περνάς τα εκατομμύρια των άστρων
χειρονομίες, βλέμματα, συνομιλίες
αναμνήσεις μιας αγάπης
που έφυγε χωρίς επιστροφή.
Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα
η απουσία σφραγίδα στο δέρμα
μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις
σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.
Σε όλους τους δρόμους μες στην πόλη
μια πληγωμένη λέαινα βρυχάται
−η καρδιά− και δε λέει να ξαποστάσει
γυμνή αναδύεται στις γωνίες η θλίψη
σε καπνιστήρια, φαρμακεία, παγκάκια·
το τελευταίο νόμισμα της ημέρας
στο ζητιάνο που ντρέπεται λιγότερο
να δείξει την αδυναμία του στους περαστικούς.
Τι βάσανο οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν
το αλάτι που δεν έγινε δάκρυα
ότι κανένας δεν περιμένει στο σπίτι είναι ψέμα.
Ένα μπουκάλι, ένα μαχαίρι, ένα γράμμα
με όλα αυτά μπορείς να ταξιδέψεις
να αποχαιρετίσεις μπορείς, διαλέγεις μόνο πώς
και το άλλο πρωί σκοτάδι θα είναι πάλι
σαν να μην πρόκειται να ξημερώσει ποτέ.





ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου·
να κουνάς το δάχτυλο και να έρχομαι
οποιαδήποτε ώρα
σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου
με καράβια, τραίνα και γράμματα
κουράστηκα να έρχομαι.
Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να κατοικήσω
στο σπίτι αυτό που αιωρείται στον ουρανό
και ξεφεύγουν οι μουσικές από τα παράθυρα
και τρίζουν ολοένα μαγεμένα τα πατώματα
να μυρίζουμε το πρωί τον καφέ που αχνίζει
να πετούν τα δάχτυλά μας φωτιές
οι λέξεις να υπακούουν.
Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου·
κι ωστόσο τόσο ανάμεσα, τόσο μεταξύ
ποτέ ολόκληρη εκεί
κι όμως παντού αλλού μισή.
Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου·
μα είδες; Πάλι νυχτώνει
και μόνο μες στο ποίημα
μπορούμε να κλάψουμε μαζί.





Από τη συλλογή «Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι», Οι εκδόσεις των φίλων, 2017