Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Νίκος Καρούζος, "Χορταριασμένα χάσματα"




ΦΩΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΕΒΟΥΣ


Όταν άξαφνα σπάσει το νήμα γέρνουμε στο μαύρο
που δεν μπολιάζεται με τίποτα κι αφήνουμε
τις λιακάδες απόλυτα ξένες
εκεί που σβήνουμε:
στη ρεματιά μας.
Αυτό το ξέρει ο τρόφιμος της άλαλης αγάπης
λυγίζοντας τις απολαύσεις όπως
ο πειναλέος χεροδύναμος μ’ ένα σώβρακο γυμνωμένος
τα σίδερα στις λαϊκές πλατείες.
Αυτό το ξέρει κι ο λεγόμενος εκστατικός
ολέθριος απ’ την άνθηση γύρω του
τα ηχηρά ρυάκια βλέποντας ωσάν άγνωστες υποθέσεις.
Αυτό το ξέρει όποιος μένει άναυδος και λέει:
«Τι πράμα είναι τ’ άλογο σαν τρέχει
κι αστράφτει, λάμπει στους θαυμάσιους μηρούς του ο ιδρώτας
μ’ ένα μηδέν ανάερο να βγαίνει μεσ’ απ’ τα ρουθούνια
την ευγένεια να σπιθίζει στην κοιλιά του την άμωμη!»
Μα όμως έχω μια περίλαμπρη γραφή για κάθε χελιδόνι
κι άμα θα ξαπολύσω τον απαίσιο σκορπιό
βαθιά που σκοτεινιάζει ο έρωτας…
Μην τραγουδήσεις υετούς κι οπωροφόρα θλίψη,
χάνομαι, λέει ο τρόφιμος της άλαλης αγάπης,
καθώς η σκόνη χάνεται μη μπορώντας
να νικήσει τη διαφάνεια του αέρα.





ΠΕΡ’ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ


Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ’ ουρανού
σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος.
Ήτανε Σάββατο κι ο φτωχός Ιησούς
ο ξιπόλητος ερωμένος της αγωνίας
ο ξέχειλος απ’ τη σκιά των λαών επιστάτης
περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περιβόλια
ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός
αέρας ο υπνοφόρος.
Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ’ άλλο,
είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!





Η ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ


Συχνά πηγαίνοντας με τα πόδια, κουβαλώντας μονάχα
το μισογεμισμένο σάκκο μου, στα τόσο δροσερά
κι απόμακρα λαγούμια
λίγο πιο κείθε απ’ τη φαντασία σ’ εκείνη τη δεύτερη
μεγάλη και καθάρια πραγματικότητα
που γιορτάζουν έρημοι σαν όλα τ’ απόκοσμα ζούδια
οι ουρανόπληχτοι με τ’ άδικο σκοτωμένο
σαν όρνιο στην άφωνη ρεματιά την απροσδόκητη –
χάνομαι σ’ αναρίθμητα μόρια ζωής που δεν τα βλέπω.
Κάθε φορά και πιο πολλές είν’ εκεί πέρα οι γιορτάδες
κάθε φορά και πιότερα σα ν’ ακούγονται τραγούδια.
Κρατώντας την εσθήτα της Παναγίας
ο Έσχατος τ’ Ουρανού με χιλιάδες έντομα στην όραση
μ’ αξεθύμαστα γιασεμιά στο νυμφώνα
μ’ άλλα θεάματα της αγάπης από μέσα
και μ’ άλλα γεγονότα σπιθοβολώντας
αγγίζει τους ραχιτικούς και θεραπεύει την αρθρίτιδα
μαλάζει τους πρησμένους αστραγάλους
αφήνει τρυφερά την αλήθεια πάνω σ’ όλες τις αρρώστιες
και κείνες χάνονται καθώς τα ευδιάλυτα νέφη.
Σιγά-σιγά ρυθμίζεται κι ο θάνατος
αρχίζει το νταούλι μεσ’ στα πανηγύρια
κι ολούθε πια σηκώνεται στο στήθος η ρωμιοσύνη
και μας αρωματίζει μ’ ανείπωτο μοσχολίβανο.
Καίγονται τότε τα φωτερά κοντάκια μεσ’ στους ύμνους
κι ανασαίνουμε πέλαγα σε μικρή κολυμβήθρα
κι αποσπούμε τα καρφιά της Σταυρώσεως.
Εκεί μια τέτοιαν ώρα σαν ωραιότατος
εγέρθηκε καπνός ο Γελάσιος και είπε:
«Το μέλλον είναι μάτι
το παρελθόν αφτί
για τον απλό χωριάτη
και για τον ποιητή!
Το μέλλον είναι κάτι,
μα όχι κάτι που νομίζουμε…»
Γεννιέσαι και μπαίνεις μεσ’ στο αίνιγμα
πεθαίνεις και τ’ αφήνεις ανέπαφο.
Τι άλλο να προσθέσω πια στη δύναμη του έαρος;
Πλήρης από έλλειψη νόηματος
υπερέχω.
Τιποτ’ άλλο δεν έχω να εκπροσωπήσω
τη χαρά μου μονάχα και μονάχα τη θλίψη μου
σ’ αυτό τον κόσμο που τον παγιδεύει θανάσιμα
όχι το σκοτάδι κ’ η μαυρίλα
μα το βαθύ χαντάκι της προοπτικής…
Ο χρόνος είχε μόλις ανατείλει.





ΤΡΥΦΕΡΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ


Δεν είναι πάντα το νερό σαν ξόδι και η κίνηση;
Δεν είναι μια μακρόσυρτη κηδεία το ποτάμι
κ’ οι λιτανείες των ήχων ανάμεσα
σε σκονισμένα γιασεμιά και τριαντάφυλλα;
Σου γράφω λοιπόν...
Οι άγγελοι θα γίνουν επιθετικότεροι
κι όλο το Σύμπαν από κάποιο δρόμο φρικαλέο
θα χωρέσει κάποτε σε μια δαχτυλήθρα.
Ό,τι στο στήθος μοιάζει με κειμήλιο
θέλω ναν το πετάξω.





ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ


Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα
εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα
και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα...





Από τη συλλογή «Χορταριασμένα χάσματα», (1974), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Νίκος Καρούζος - Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», εκδ. Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Πολύνα Γ. Μπανά, "Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων"




                                     ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ


Κάθε τόσο,
                 έκλεινα σ’ ένα μικρό, αεροστεγές, γυάλινο βάζο,


τα αισθήματα που δεν έδειξα,
τις σκέψεις που δεν άρθρωσα,
τα λόγια που δεν εκστόμισα,
τις εξηγήσεις που δεν έδωσα,
               στις κρίσιμες καμπές της ζωής μου.


Χρόνο τον χρόνο,
               τα βάζα στοιβάζονταν

και, πλέον,
               έχουν γεμίσει τα ράφια όλα της αποθήκης,


Πρέπει να βρω ένα μεγαλύτερο σπίτι.





                                         ΝΑΥΤΙΑ


Έσκυψα το κεφάλι
πάνω από τα βιβλία της δουλειάς

κι όταν το σήκωσα,
είχαν περάσει είκοσι (και πλέον) χρόνια.

Το ξανα-έσκυψα γρήγορα,
γιατί, πλέον, δεν (ανα)γνώριζα
μήτε τον κόσμο
μήτε αυτούς που τον κατοικούν

κι όλο αυτό μου προκάλεσε, αίφνης,
                                                                μια ελαφρά ναυτία.





                              ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΡΟΛΩΝ

                                                          Στη δική μου «εκείνη»


Μικρή,
με φρόντιζε εκείνη,
με μια βεβαιότητα αδιατάρακτη.

Σαράντα χρόνια μετά,
τη φροντίζω εγώ,
και κείνη αφήνεται στα χέρια μου,
σαν το μικρό παιδί που υπήρξα στα δικά της.





Από τη συλλογή «Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2017. 

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Πάμπλο Νερούδα, "Τα πόδια σου αγγίζω στο σκοτάδι"




1.

Τα πόδια σου αγγίζω στο σκοτάδι, τα χέρια σου στο φως,
και να πετάω μ’ οδηγούν τα μάτια σου τ’ αετίσια,
Ματίλδε, με τα φιλιά που έμαθα απ’ το δικό σου στόμα
έμαθαν και τα χείλη μου ν’ αναγνωρίζουν τη φωτιά.
Ω άκρα κληρονομημένα απ’ το απόλυτο δημητριακό
τη βρόμη, εκτεταμένη η μάχη
καρδιά του λιβαδιού,
όταν έβαλα στον κόρφο σου τ’ αυτιά μου,
το αίμα μου αντήχησε την αραουκάνικη συλλαβή σου.





5.

Από τον ουρανό πλησιάζω
τον κόκκινο κεραυνό της κόμης σου.
Από γη και σιτάρι είμαι και καθώς πλησιάζω
η φωτιά σου ετοιμάζεται
μέσα μου κι ανάβει
τις πέτρες και το αλεύρι.
Γι’ αυτό η καρδιά μου
μεγαλώνει κι ανεβαίνει και γίνεται
ψωμί το στόμα σου να το καταβροχθίσει,
και το αίμα μου είναι το κρασί που σε περιμένει.
Εσύ κι εγώ είμαστε η γη με τους καρπούς της.
Ψωμί, φωτιά, αίμα και κρασί
είναι η γήινη αγάπη που μας κατακαίει.




Απόδοση: Αγαθή Δημητρούκα




Από το βιβλίο «Τα πόδια σου αγγίζω στο σκοτάδι και άλλα ανέκδοτα ποιήματα», [Δίγλωσση έκδοση]. Επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις: Dario Oses. Πρόλογος: Pere Gimferrer. Απόδοση: Αγαθή Δημητρούκα. Εκδόσεις Πατάκη, 2017.

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης, "Τετράδιο γυμνασμάτων"




[ΔΟΣΜΕΝΑ]


ΠΑΝΤΟΥΜ


Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα·
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.

Ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θά ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.





[Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ
(ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ «ΕΒΔΟΜΑΔΑ»)]


ΤΡΙΤΗ

I went down to St James Infirmary
(BLUES)


Χάθηκα μέσα στην πολιτεία.
Τα περιβόλια τα σκεπάζει το νοσοκομείο του Δον
         Χουάν Ταβέρα.
Δρόμοι τυλίγοντας διαφημίσεις.
Κάθε άνθρωπος περπατά χωρίς να ξέρει
αν άρχισε ή αν τέλειωσε
αν πηγαίνει στη μητέρα του στην κόρη του ή στην
         ερωμένη του
αν θα δικάσει ή αν θα δικαστεί
αν θ’ αποδράσει, αν έχει διαφύγει·
δεν ξέρει.
Κάθε γωνιά κι ένα κατάστημα γραμμοφώνων
κάθε κατάστημα κι εκατό γραμμόφωνα
κάθε γραμμόφωνο κι εκατό δίσκοι
και σε κάθε δίσκο
ένας ζωντανός παίζει μ’ έναν πεθαμένο.
Πάρε τη χαλύβδινη βελόνα και ξεχώρισέ τους
αν μπορείς.

Μα ποιος ποιητής· θυμάσαι ποιος ποιητής
δοκίμασε τη χαλύβδινη βελόνα
στις ραφές τ’ ανθρώπινου κρανίου;
Θυμάσαι το τραγούδι του το βράδυ εκείνο;
Θυμάμαι που μας ζήτησε μιαν ασπιρίνη
τα μάτια του έπαιζαν μέσα σε μαύρους κρίκους
ήταν χλωμός και δυο βαθιές ρυτίδες
τυλίγανε το μέτωπό του. Μήπως όμως
ήσουν εσύ; μήπως εγώ; Ή μήπως ήταν
η αμίλητη Αντιγόνη με τους ώμους
τους λυγισμένους πάνω από το στήθος;
Την κράτησα κοντά μου δέκα νύχτες
έκλαιγε κάθε αυγή για το παιδί της.
Θυμάμαι γύρευα ένα φαρμακείο.
Όλα κλειστά. Για ποιον ήταν δεν ξέρω.

Χάθηκα μέσα στην πολιτεία
κανείς δε θα μετακινήσει το νοσοκομείο
γεμάτο ανάπηρα παιδιά που γνέφουν
σ’ εμένα ή σ’ άλλους που μ’ ακολουθάνε.
Οσμές φαρμάκων μέσα στον αγέρα
βαραίνουν ερωτεύουνται και σμίγουν
αχνούς από αυτοκίνητα που φεύγουν
στην εξοχή μ’ ολόξανθα ζευγάρια
προραφαηλιτικά λιγάκι εξατμισμένα.

Την άνοιξη του ’23 στο λουτρό της
πέθανε η Λίβια Ρίμινι, τ’ αστέρι·
τη βρήκανε μέσα στ’ αρώματα νεκρή
και το νερό δεν είχε ακόμη κρυώσει.
Ωστόσο χτες στον κινηματογράφο
με κοίταζε με τ’ άχρηστά της μάτια.





[ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ]


ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937


Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλ-
         λιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· ο χιονι-
         σμένος
κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι
         δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
         σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
         χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
         νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
         στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
         που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που
         σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
         ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
         γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
         εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

                                                                                            Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.





Από τη συλλογή «Τετράδιο γυμνασμάτων» που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Γιώργος Σεφέρης - Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος 20η έκδοση, 2000.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, "Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι"




ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ


Α, γλώσσα άτιμη ιερόδουλη
−για να το πω κομψά−
πώς ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους
εδώ κι εκεί και σ’ όποιον να ’ναι
και τα «πολλών ανθρώπων λόγια σου»
μ’ ακολουθούν αδιάκοπα
απ’ την κουζίνα στο κρεββάτι!
Ατμίζεις, κυλιέσαι πρώτα μέσα στα κατσαρολικά
και φαγητά για το χατήρι σου θυσίασα
ύστερα στη βιβλιοθήκη για καφέ
και το βράδυ
δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν
να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια
ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι.
Χτυπάνε μες στα δόντια μου
ταμπούρλο τα φωνήεντά σου
να μην τελειώνει η μουσική
καλέ τι ωραία που εξασκούμαι
στα ανείπωτα!
Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου
αλλά λείπει ο ένας
γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;
Και άραγε γιατί δεν βρίσκω λέξεις να το πω
τόσο σοφή −ως τώρα− που έγινα κλέβοντας;
Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά
−άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!−
πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;





ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΥΧΤΑ


Από την τρύπα μιας βελόνας
εννοείς να περνάς τα εκατομμύρια των άστρων
χειρονομίες, βλέμματα, συνομιλίες
αναμνήσεις μιας αγάπης
που έφυγε χωρίς επιστροφή.
Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα
η απουσία σφραγίδα στο δέρμα
μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις
σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.
Σε όλους τους δρόμους μες στην πόλη
μια πληγωμένη λέαινα βρυχάται
−η καρδιά− και δε λέει να ξαποστάσει
γυμνή αναδύεται στις γωνίες η θλίψη
σε καπνιστήρια, φαρμακεία, παγκάκια·
το τελευταίο νόμισμα της ημέρας
στο ζητιάνο που ντρέπεται λιγότερο
να δείξει την αδυναμία του στους περαστικούς.
Τι βάσανο οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν
το αλάτι που δεν έγινε δάκρυα
ότι κανένας δεν περιμένει στο σπίτι είναι ψέμα.
Ένα μπουκάλι, ένα μαχαίρι, ένα γράμμα
με όλα αυτά μπορείς να ταξιδέψεις
να αποχαιρετίσεις μπορείς, διαλέγεις μόνο πώς
και το άλλο πρωί σκοτάδι θα είναι πάλι
σαν να μην πρόκειται να ξημερώσει ποτέ.





ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου·
να κουνάς το δάχτυλο και να έρχομαι
οποιαδήποτε ώρα
σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου
με καράβια, τραίνα και γράμματα
κουράστηκα να έρχομαι.
Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να κατοικήσω
στο σπίτι αυτό που αιωρείται στον ουρανό
και ξεφεύγουν οι μουσικές από τα παράθυρα
και τρίζουν ολοένα μαγεμένα τα πατώματα
να μυρίζουμε το πρωί τον καφέ που αχνίζει
να πετούν τα δάχτυλά μας φωτιές
οι λέξεις να υπακούουν.
Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου·
κι ωστόσο τόσο ανάμεσα, τόσο μεταξύ
ποτέ ολόκληρη εκεί
κι όμως παντού αλλού μισή.
Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου·
μα είδες; Πάλι νυχτώνει
και μόνο μες στο ποίημα
μπορούμε να κλάψουμε μαζί.





Από τη συλλογή «Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι», Οι εκδόσεις των φίλων, 2017

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, "Η Πλατεία των Ταύρων"




Από την Εισαγωγή


Υποτροπή


                                   Η μόνη καθαρή, πια.

Έμεινα καθαρός εννέα χρόνια,
σταγόνα ποίηση
χωρίς γραφή
ούτε ανάγνωση
ξαφνικά την άνοιξη
υποτροπίασα,
στην αρχή χανόταν
το είδωλό μου από τον καθρέφτη,
όταν άρχισα να συζητώ με τις γάτες
–τα τέρατα παραμονεύουν στο πατάρι–
όλοι ανησύχησαν,
ο γιατρός είπε θα περάσει
φταίνε τα όνειρα
και η Sarah Kane
που με κοιτάζει.





Από το Κεφάλαιο Ι - Οι Πικαδόρες (Los Picadores)


Αναχωρητές


Τυχεροί όσοι
τους παίρνει ο διάβολος
και τους σηκώνει
οι υπόλοιποι
θα καταλήξουμε
μέσα
στο χώμα.





Σε αμβλεία γωνία


Τώρα τελευταία
ένας άνεμος
φονιάς
τριγυρνά στα σοκάκια
της ψυχής μου.

Χορδές που σκλήρυναν και σκούριασαν
σαράντα έξι χρόνια,
κουρδίσματα και πρόβες.

Το αίμα ποτέ δεν ξεχνά
τα απολεσθέντα χρόνια,

μνήμη σφουγγάρι
πάντα μεσάνυχτα, δεξιόστροφα

σε υγρά καφενεία με θολά παράθυρα
αποθέσαμε το μέλλον σε δυνάμεις ανώτερες
και απομείναμε να περιμένουμε σε κάποιο λιμάνι
ξεφορτώνοντας container,
βιβλία και θρύψαλα

καθώς ο Irwin Allen Ginsberg
μας κοιτά από ψηλά και ουρλιάζει.





Από το Kεφάλαιο II - Οι Mπαντερίγιες (Los Banderillas)


Μάτια με φωτογραφία


Το ξέστρωτο κρεβάτι
ακόμα μύριζε έρωτα
και οι ανάσες υδροκυάνιο

ο άντρας στον καθρέφτη ξυρίζεται
τα λέπια του στάζουν στο ξύλινο πάτωμα

η γυναίκα ντυμένη το σακάκι του και την ήβη της
ξεδιπλώνει με το βλέμμα
σπάγγους αιμάτινους,

τα πετεινά του ουρανού
γαυγίζουν
σε συχνότητες υπέρηχες

ο Σαχτούρης με ευλάβεια τα αφουγκράζεται
και τα μαγνητοφωνεί.





Από το Kεφάλαιο III - Η Μουλέτα (La Muleta)


Το εκκρεμές


Στην μεγάλη πλατεία της πόλης
ένα μαχαίρι αιωρείται
από τον ουρανό.
Όταν το χτυπούν οι αχτίνες του ήλιου
γίνεται πράσινο.
Τα βράδια όμως
βάφεται κόκκινο
καθώς αποσύρεται
μ’ έναν ανεπαίσθητο παφλασμό
από την καρδιά
των ματωμένων μας ονείρων.





Από τον Επίλογο


Μυρωδιές


Το νυχτολούλουδο
μυρίζει θάνατο
υποψία παράδεισου
η γαρδένια
όμως, εγώ θα προτιμήσω
τη θλίψη
του βασιλικού.





Από τη συλλογή «Η Πλατεία των Ταύρων», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2017.