Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Έλαβον"





ΙΑΣΙΣ
(ΒΕΡΟΙΑ 51 μ.Χ.)


Στο κράσπεδο σαν μια βρισιά στέκω των αμαξάδων
Πέφτουν απόνερα θολά δημοφιλούς πορνείου
Επάνω μου, στην Αγορά, ο οίκτος των γερόντων
Το βλέμμα το ειρωνικό νέων του Γυμνασίου
Και τ’ άγγιγμα το παγερό των τοίχων του σπιτιού μου

Σου φέρνω δυο ειδώλια απ’ τον Μηνά φτιαγμένα
Κτερίσματα του τάφου μου έξω απ’ τη βόρεια πύλη
Μια προσφορά από σένανε να ’χω στον άλλον κόσμο

Κάποιος Εβραίος ομιλεί λίγο έξω απ’ τα τείχη
Δεν πρέπει να ’ναι φωνασκός μα δάσκαλος αιρέσεως
Που, αν πιστέψεις, θα σβηστεί και η στερνή ευχή μου:

“Ας ήμουν Άδωνης νεκρός για λίγο οίκτο μόνο
Δάκρυα λουλούδια οι θρήνοι σου να πέφτουν στο κορμί μου”

Τώρα που είμαι ζωντανός δεν έχω μια ματιά σου





ΜΗΧΑΝΗ ΚΟΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ


Τη μηχανή κοπής ποιημάτων
Στο υπόγειο να την έχετε
Σαν πολύγραφο της Κατοχής

Ανάγκη να μην έχετε
Όταν ο θεός φυσάει
Και ο διάβολος σκορπάει





ΑΠΟΔΡΑΣΗ


Με κίτρινες φυλλάδες διπλωμένες για το κρύο
στα ρούχα μου και κόκκινες γραμμές,
με γκρίζες ζώνες στην ψυχή μου
μια νύχτα σαν τον Εμπειρίκο θ’ αποδράσω·
αχάραγα
διαβαίνοντας από τα κούφια οράματα των ξένων
των πολλών,
όπως σκουλήκι που από κούφιο κόκαλο διαβαίνει.

Το λάβαρο ανεμίζοντας της ηδονής εξαίσια,
γαλάζια, πράσινα, ερυθρά φλάμπουρα
θα αντιχαιρετίσω
ζωηρά, καθώς να είναι ο οίστρος του θανάτου.

Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να ελκύω το Ωραίο.





ΠΡΟΣΕΥΧΗ (ΣΤΗ ΜΟΥΣΑ)

                                                  Άγριος ο Θεός, άγιος
                                                  Ορυκτός
                                                  Άγιος ο Θάνατος
                                                  Ελέησον ημάς


Από το βλέμμα σου να εκπορεύονται όλα
Μέσα στη δίνη του να ζω και ν’ αναπνέω
Θέλω να αισθανθώ τις άγιες ηδονές σου
Να τις αγγίξω, να τις δω, να τις ακούσω

Ουράνια δεσμά τα “Σ’ αγαπώ” στη σκόνη
Χνώτα στο τζάμι από έρωτα θεάς
Φώσφορος αστεριών οι δαχτυλιές στους τοίχους
Κι από κραγιόν μισά φεγγάρια στα σεντόνια

Έλα και κάνε με οργισμένη εφηβεία
Κοτσύφι ανέμελο στο χιόνι του θανάτου
Θέλω και πάλι να σε νιώσω απ’ την αρχή

Απ’ το χαμόγελό σου να εκπορεύονται όλα
Την αγιοσύνη σκότωσε της άγριας μοναξιάς μου
Ν’ αγιάσει ο άνθρωπος ξανά στη νέα του Εδέμ

                            Δι’ ευχών των αγρίων Πατέρων ημών...





ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ


Να πώς περνούν τα χρόνια:
Βαστάζος του ενός
Εμψυχωτής του άλλου
Ενισχυτής κάποιου τρίτου...

Οικοδόμος ξένων μύθων
χωρίς ένσημα και δώρα

Στο τέλος
μόνος
λίγος
ελαφρύς





Από τη συλλογή «Έλαβον», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2017.