Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Κατερίνα Καριζώνη, "Σκοτεινός χρόνος"





ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ


Ήταν κάποτε ένας φτωχός σαλδαμάριος*
                                    στην Κωνσταντινούπολη
που έκλεισε το μαγαζί του ένα βράδυ
μηνί Μαρτίω ινδικτιώνος του 1351 μ.Χ.
ημέρα που έγινε μια διαστροφή του κέρματος
πέσαν απότομα τα χάλκινα κι ανέβηκε ο χρυσός
κι έχασαν την αξία τους οι λιγοστές εισπράξεις του.

Πώς γύρισε άραγε στο σπίτι του
τι είπε στη γυναίκα του
και πώς εξήγησε στα ανύποπτα παιδιά του
τι σημαίνει να μη σε λογαριάζει ο καιρός
να τριγυρίζεις με άδεια χέρια μες στα εμπορεία
− κι ας γράφουν κάποτε οι ιστορικοί του μέλλοντος
περί των νομισματικών υποτιμήσεων
στο ύστερο Βυζάντιο
και άλλα μεγαλόσχημα.

Μάλλον δεν είπε τίποτα ο σαλδαμάριος
μόνο ανέβηκε σ’ ένα ξύλινο σκαμνί
πήρε λίγο κρασί αραιωμένο απ’ το φανάρι
ένα μικρό κρεμμύδι κι ένα πιατάκι γάρο αλμυρό
έριξε μια ματιά στον Βόσπορο
και κάθισε να φάει.



________
* Σαλδαμάριος: μπακάλης





Ο ΠΑΣΒΑΝΤΗΣ


Πάντα με τρόμαζε
η ιστορία του πασβάντη
εκείνου του μυστήριου νυχτοφύλακα.
Περνούσε μια στις δώδεκα και μια στις τρεις
έξω από τα κλειστά παντζούρια της Κομοτηνής
χτυπώντας ρυθμικά την ξύλινη μαγκούρα του.
Περνάει ο πασβάντης, έλεγε τραγουδιστά
ύστερα φυσούσε ένας ξαφνικός αέρας
και τον έπαιρνε σφυρίζοντας.

Λέγαν πως δεν κοιμότανε ποτέ
πως δεν φορούσε παπούτσια
αλλά σιδερένιες οπλές
κι ένα παλιό αμπέχονο
                       από κάποιον σκοτωμένο.

Καμιά φορά, όταν το φεγγάρι γέμιζε
                                         μεταμορφωνόταν
σ’ έναν πελώριο αγριόχοιρο
κι άρπαζε τα κορίτσια.

Εκείνα τα χρόνια στην Κομοτηνή
δεν είχε ηλεκτρικό
παρά μονάχα λάμπες πετρελαίου καπνισμένες
και μνήμες που ήταν ακόμα νωπές, σαν πληγές.





ΜΝΗΜΗ


Πέρασαν τόσοι Φεβρουάριοι από τότε
ούτε καν μπορώ να θυμηθώ τη μορφή σου.
Χτες βράδυ ωστόσο πρέπει να ήσουν εσύ
γύριζες στους δενδρώνες της μνήμης
κρατώντας έναν ξεθυμασμένο φακό
ψάχνοντας για ένα κλειδί
                               χαμένο στα χόρτα.

Δεν θα ξανασυναντηθούμε, μου φώναξες
γιατί δεν υπάρχει χρόνος στο σύμπαν
ούτε πριν, ή μετά
ούτε αν, ούτε εφόσον
παρά μονάχα μια μικρή γέφυρα
που τρέμει στο βάθος του νου
                                       λεπτή σαν μεμβράνη
που φοβάμαι να την περάσω
παρά μονάχα ένα χάρτινο καραβάκι
που πλέει εδώ και χρόνια στα δάκρυα.

Πέρασαν τόσοι Φεβρουάριοι από τότε
στους δενδρώνες της μνήμης
αλλάζουν παράξενα οι εποχές
οι καρποί τους γλυκύφεγγοι
μοιάζουν με φεγγάρια
μέσα τους κοιμάται γαλήνια
μια όμορφη γυναίκα
που κατάπιε μια νύχτα
                            τρεις χιλιάδες παυσίλυπα.





Από τη συλλογή, «Σκοτεινός χρόνος», εκδ. Καστανιώτη, 2017.