Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Βασίλης Φαϊτάς, "Στο καφέ «Εντροπία»"




ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ


Στις αβοήθητες νύχτες η ψυχή
όταν κανείς δεν την προσέχει
κατηφορίζει στη θάλασσα θροΐζοντας
μια πεταλούδα γεννημένη απ’ τους αιώνες
μαζεύει άστρα με την απόχη της
επιστρέφοντας τα σκορπίζει
στις εποχές της γης.

Ύστερα σπαραχτικά ερωτηματικά
ο άνεμος μες στα κλωνάρια.





ΓΑΛΗΝΗ


Στον καιρό της νιότης
άλλαζα τον κόσμο
αποικίες φωτός
εκεί που γεννιούνται τα όνειρα.

Τώρα απ’ το παράθυρο της εντροπίας κοιτάζω
το πλατύ ποτάμι που περνά
πλημμυρισμένο καιρούς χώρο και αίμα.

Όμως υπάρχουν ακόμα κάτι ηττημένα πανιά
αναδύονται μόνο απ’ το κύμα
τραβούν για κει
που κανένας ποτέ δεν πήγε
τη μετέωρη αφετηρία του θαύματος.





ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Ο ουρανός σταμάτησε στη γλώσσα μου
αυτά που είναι πέρ’ απ’ το χρόνο ήρθαν
ταξίδεψαν πολλές γενιές ανάμεσα στους αιώνες
όπως η μέλισσα από λουλούδι σε λουλούδι
όσα το σώμα διέγραψε
αποκαλύπτει
το θαύμα γεννιέται μόνο από θαύμα.

Ο κόσμος είναι πιο νέος από μας
χιλιάδες χρόνια
εραστής της αθανασίας η νιότη
χιμάει όπως ο αιχμάλωτος σκύλος
μυρίζοντας τους δρόμους του χάους
σπάει τα δεσμά του και ορμά
κυνηγώντας το ανείπωτο μέσα του.

Δε μας λείπει παρά
η ώρα εκείνη που τα πουλιά πετούν
έξω απ’ τις μέρες
όταν το φως και η θάλασσα γίνουν ένα
υπάρχει ακόμα μια θημωνιά μεταμέλειες
στις αφετηρίες όλων των ονείρων
γιατί δρόμος άλλος για την άνοιξη
δεν υπάρχει.





Η ΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΟΣ


Άστατη νύχτα στον πευκώνα
ό,τι υπάρχει είναι στον άνεμο
η φωνή ακίνητη περιμένει
το σωσία του καιρού
ορθώσου μες στη συγχορδία
στη γη του κανενός απάντηση δεν έχει
πότε μεγάλωσε η θάλασσα
οι ίνες του αύριο δονούνται μες στο χώμα
το φθινόπωρο λάμνοντας πέρα διασχίζει το φως
ένας ξεριζωμένος λαβύρινθος γνωρίζει
τίποτα δεν έχει τέλος
ο κόσμος είναι ήσυχος σαν σύννεφο που κυλά.





Η ΜΑΣΚΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ


Τι χρειάζονται οι ορίζοντες
σε όποιον μετά την καταιγίδα ορθώνεται
κρεμασμένος από μια ανταύγεια
σε κείνον που περπατά αναπνέοντας
το κυάνιο τ’ ουρανού
τι παραπάνω έχουν να δώσουν
τα ταξίδια τα βιβλία τα δάκρυα
σε κείνον που ανοίγοντας την πόρτα του ένα πρωί
χάνεται στις εποχές.

Περπατά στις αποβάθρες της Σαλονίκης
στο βουερό πλήθος που δεν είναι πια εκεί
είναι αργά ν’ αγαπηθεί και το ξέρει
η σιωπή παίρνει το σχήμα του ανέμου
ετυμηγορία παλιά όσο η ζωή
ο κάθε θάνατος οδηγεί στη δική του επανάσταση
κι έτσι αόρατος καθώς είναι γνωρίζει
η νίκη άλλο δεν είναι
παρά η μάσκα της ήττας
στο βάθος του μονοπατιού.





Η ΚΙΒΩΤΟΣ


Ολόκληρη η ανθρωπότητα μια κιβωτός
στους προορισμούς του τυχαίου σπρωγμένη
από αόρατους καταρράχτες
κι εγώ στην κουπαστή αφουγκράζομαι
χτυπήματα φτερών ήχους αρχαίους
ό,τι αδάμαστο έμεινε έξω
απ’ όλες τις κιβωτούς του κόσμου.




Από τη συλλογή "Στο καφέ «Εντροπία»", εκδ. Μανδραγόρας, 2017.