Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, "Δανεικά αγύριστα"




ΕΞ ΑΙΜΑΤΟΣ


Φιλημένοι ύστερα από παρακάλια.
Ικέτες χωρίς γόνατα να προσπέσουν.
Πεσμένοι στην άσφαλτο και πάλι ριγμένοι
στο ανασήκωμα.
Αποκρουστικοί που έγιναν άνθρωποι ως αποκρουσμένοι.
Άυπνοι που επιμηκύνονται δίχως προοπτική αυγής.
Γείτονες στη γειτονιά με τα τελευταία σπίτια.
Κάποιοι ωραίοι που δεν το έμαθαν.
Όσοι δεν έχουν καμιά περιέργεια για τη γνώση.
Φύλακες των παραπηγμάτων ενός πανηγυριού.
Σκασμένοι στα γέλια μπρος στην πένθιμη μεγαλοπρέπεια
      μιας κηδείας.
Ολοένα περισσότερο απλοί, ανίκανοι να αυτοεπιβεβαιωθούν.
Συλλέκτες Ρώσων κλασικών, απάντων δερματόδετων.
Εκείνοι που για έρωτα μάς άφησαν το αστρικό τους σώμα
      πια.
Κι όλοι εκείνοι που αντίκρισαν στα μάτια τους μπροστά
τα όνειρά τους να πέφτουν στο τηγάνι
έχουν μια μυρωδιά απ’ τον παλιό πατέρα μου.





EΓΩ ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ


Τα βράδια φτάνουν ανυπόμονα
και τα σκοτάδια με τη μία
μα τα φιλιά σιγούν αγνώμονα
βραδιάζει αφίλητη η ανομία
της αγκαλιάς μες στο σκοτάδι
(Εκείνος είπε: ΕΙΝΑΙ ΔΙΓΑΜΙΑ).

Και τα στενά μένουν αδιάβατα
βιτσιές ο άνεμος όπου να πας
–παλιά μηνύματα φέγγουν αδιάβαστα–
αν δεν σε φύσηξε κι αν δεν φυσάς
λίγη πνοή μέσα στο στήθος του
(Εκείνος είπε: NA AΓΑΠΑΣ).

Τα χέρια δείχνουν σαν ανήξερα
πάνω σε χείλια που δεν γεύεσαι
και οι ματιές περνούν αντίπερα
μία απλώνεις, δέκα μαζεύεσαι
μες στα σκεπάσματα στριφογυρνάς
(Εκείνος είπε: KAI NA ONEIΡΕΥΕΣΑΙ).





ΔΑΝΕΙΚΗ


                                                  (Με μιαν ωραία αλχημεία, Λιλή, αναζούμε!)
                     ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, «Ο χορός των βακίλλων του Κοχ»


Η προσφορά ήταν θωπευτική.

Άγνωστες μεταξύ μας
και τ’ αεράκι εχθρικό ερχόταν απ’ τη θάλασσα.
Οι άντρες μιλούσαν ατελείωτα.
Πάντα μιλούν
κυρίως όταν έχουν τελειωμό τα ειπωμένα.
Η χαριτωμένη οικειότητα της γενέθλιας πόλης,
η αφελής οργάνωση της αισθηματικής ζωής:
όσους μας αγαπούν, τους αγαπούμε
και για τους άλλους καίει κατακόρυφα ο πυρετός των τύψεων,
μα πάνω απ’ όλα
το αεράκι που ερχόταν εχθρικό από τη θάλασσα
έκανε την αθώα προσφορά τόσο θωπευτική.
Ήτανε μια φορά μια σάρπα δανεική
από μιαν άγνωστη γυναίκα;
Όχι, δεν θα το άφηνε να πάει χαράμι
το ιαματικό απόθεμα της νύχτας
της νύχτας τις αρσενικές ηχητικές πηγές
κι εκείνη την ευγενική αλλοίωση κάθε τυχαίου.

Νύχτωσε. Κυρία, ξέρετε, πάλι κρυώνω.
Και μόνο τώρα νιώθω στο πετσί μου
γιατί όλα τα δανεικά πάνω στη γη
πρέπει να μένουν εξαρχής αγύριστα.





Από τη συλλογή «Δανεικά αγύριστα», εκδ. Κίχλη, 2017.