Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Γιάννης Στρούμπας, "Γραφείο ενικού τουρισμού"





ΜΠΑΛΑ ΜΟΥ ΠΕΛΑΓΙΣΙΑ


Κείνη τη μπάλα που παιδί
μου κλέψανε ο αέρας και το κύμα
λικνίζοντάς την πέρα μέσα
στου πελάγου το βαθύ, το σκούρο ρίγος,
Τη βρήκα τελικά προχτές
στης μνήμης τ’ αρχιπέλαγος.




ΠΛΑΪ ΣΤΟ ΚΥΜΑ


Κύμα πλάι στα πεύκα.
Πεύκα πλάι στον δρόμο.
Δρόμος πλάι στο βουνό.
Βουνό πλάι στα σύννεφα.
Σύννεφα πλάι στον ήλιο.
Ήλιος πλάι στα κορίτσια.
Κορίτσια πλάι σε μένα.
Εγώ πλάι στο κύμα.

Καυτό κύμα δροσιάς.




ΤΣΟΥΧΤΡΑ


Μόλις τη βγάλαν στην ακτή με την απόχη.
Τεράστια σαν ταψί,
γαλάζια και λευκή.
Αν και τεμαχισμένη πια
ριγώ και μόνο στη θωριά της.

Όπως αρμόζει άλλωστε
σε μία γαλανόλευκη.




ΨΥΓΕΙΟ ΠΑΓΟΥ


Μαμά,
συνέβη κάτι αλλόκοτο
την ώρα που κολύμπαγες.
Κει που ’παιζα
μπροστά στ’ αντίσκηνό μας
με την άμμο
πλησίασε κουτσαίνοντας
κυρία με ψάθινο καπέλο
και μου ζήτησε νερό.
Άνοιξα το βρυσάκι απ’ το ψυγείο
και της πρόσφερα
του πάγου το νεράκι.
− Γιατί κουτσαίνετε, κυρία;
τη ρώτησα.
− Μόλις βγήκα απ’ τον γύψο
μου εξήγησε.
Σήκωσε το ποτήρι
κι άρχισε να πίνει
Κι όπως ρουφούσε λαίμαργα
έκπληκτος την είδα να γερνά
σαν κουρελιάρα, σαν ζητιάνα
δίχως σπίτι και δουλειά
λες και σαράντα χρόνια
πλακώσαν την καμπούρα της.
Νερά χυθήκαν τότε
απ’ τη μασέλα της
Κι έμειναν σταλακτίτες παγωμένοι
στο πηγούνι της.
− Από τον γύψο στον πάγο
ψέλλισε μυστηριωδώς.
Κι εξαφανίστηκε
αποκεί που ’ρθε.





Από τη συλλογή «Γραφείο ενικού τουρισμού», εκδ. Καλλιγράφος, 2016