Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Δύο ποιήματα"





Στο μικρό καφενείο


Αντάμωσαν στο μικρό καφενείο δίπλα στη λίμνη
Τάραξαν τα νερά με γέλια και φωνές
Τι και αν το γαλάζιο καράβι μένει καθηλωμένο.
Δεσμεύτηκαν να εμπιστευτούν το αψήφιστο κύμα
Τους είπε πως κανένας βράχος δεν θα το συντρίψει


Ταξίδεψαν με το τρένο των αναμνήσεων
Μίλησαν για τον ήλιο που πρόδωσε το καλοκαίρι
Αναρωτήθηκαν ποια δύσβατα μονοπάτια τους προσμένουν
Το αλέγκρο τους βλέμμα όμως δεν ξεθώριασε

Ήπιαν το κρασί που έπιναν από παιδιά, εκείνο που πάντα τους έδενε.
Χάρη σε αυτό δεν γνώρισαν ποτέ την εξορία ενός έρημου κάστρου





Το βλέμμα σου


Δανείστηκα το βλέμμα σου και συνάντησα ένα περιστέρι,
 να χωρά στα φτερά του κάθε πληγωμένο στρατιώτη
Είδα την ελευθερία να δυσανασχετεί δίπλα στην τελεία
 και να προτιμά την συντροφιά του ερωτηματικού
Τη μνήμη των ηρώων να αντιστέκεται στη λήθη,
 σαν κερί που αρνείται να λιώσει
Τον ήλιο μιας παιδικής ζωγραφιάς,
 να πλημμυρίζει με φως ένα αναμορφωτήριο.
Τη στοργή να ανασαίνει μέσα στον πνιγηρό αέρα
 της παράνοιας και του εφιάλτη
Έναν ξένο να εξομολογείται χωρίς αναστολές
 τις εμπειρίες της περιπλάνησής του
Το απεχθές να μεταμορφώνεται σε λυρισμό
 στα χέρια ενός μάστορα των λέξεων
Το ουδέτερο να απομακρύνεται
 από το σφιχταγκάλιασμα του μηδενός
Ένα σοφό γέροντα να σκορπά δεκαετίες στη θάλασσα,
 για να κατακτήσει την ανεμελιά
Τον παφλασμό των κυμάτων γλυκό σκοπό να αποκτά,
 σαν νανουρίζει μια αγέννητη ζωή
Τη λάμψη του διαμαντιού που γέννησε η φαντασία ενός κοριτσιού,
 να με θαμπώνει
Τα παρθενικά φιλιά να ποτίζουν τον τελευταίο κήπο του Χαλεπιού
Την ειρήνη αποφασισμένη να χτίσει ξανά,
 ότι γκρέμισε ο πόλεμος
Με τη χρυσαφένια σου ματιά αγόρασα την πολύτιμη δική μου Ρώμη
Τον Ρουβίκωνα διέσχισα χωρίς αμφιβολία.




Αλέξανδρος Μαυρογένης




Τα ποιήματα του Αλέξανδρου Μαυρογένη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «The Night Cafe», (1888).