Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Γιάννης Ρίτσος, "Ρωμιοσύνη"




Γιάννης Ρίτσος
Ρωμιοσύνη

(Το δεύτερο και το έβδομο
από τα επτά μέρη μου έργου)


II


Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο
της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερού που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το
μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει
τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ’ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι
του Aλωνάρη
− κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο
απ’ τον καημό της δύσης.

H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ’ τον κάμπο
η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ’ η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες
απάνου στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού
«κι αυτό θα περάσει»,
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ’ τα
εφτά σφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της
ψυχής της.

Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ως το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σα λύρες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει
το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο
θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Μάη στη ναυτική
ταβέρνα,
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Και να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το
αλάτι.

Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ’ Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο
δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο
το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρά με τ’ αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ’ τα πολλά τα χρόνια −
η αγάπη σε προσμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.

Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος
κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
μέσα στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει
ελάτι
κ’ η μάνα κάτου απ’ τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.

Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού −
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις
πάλι τ’ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και
τ’ Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να
σταυρώσει τις δαγκάνες του.





VII


Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην
αυλή που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Τα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.

Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της
σφήγκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ’ η φωνή του
φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σα σκυλί
αμίλητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί − τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον
ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες,
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα
άστρο.

Είναι μια σιγαλιά από αχλάδια που αυγαταίνουνε στα σκέλια
του καλοκαιριού
μια νύστα από νερό που όλο χαζεύει μες στης χαρουπιάς
τις ρίζες·
η άνοιξη έχει τρία ορφανά αποκοιμισμένα στην ποδιά της,
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της,
και κει ψηλά, πίσω από το πευκόδασο,
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο
μουριάς που την ξεραίνει η κάψα.

Ετούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού του ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους
με το κουπί που πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Eλλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου, το ίδιο και το σπερδούκλι του νησιού
κ’ η κάπαρη.

Το αμίλητο πηγάδι από βαθιά ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι άσπρο άνεμο,
μια στρογγυλή φωνή σαν τα παλιά πιθάρια − η ίδια
η πανάρχαιη φωνή,
κι ο ουρανός ξεπλένει με λουλάκι τα λιθάρια και τα μάτια μας.

Την πάσα νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει στα χωράφια
τους μεγάλους σκοτωμένους,
ψάχνει τα πρόσωπά τους με άγρια, παγωμένα δάχτυλα
να βρει το γιο του απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα
πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρει. Κάτι βρίσκουμε.
Ένα φυλαχτό με τίμιο ξύλο. Ένα τσιγάρο στραπατσαρισμένο.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά.
Kουρντίζουμε και πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λειώσουνε τα ρούχα τους
και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ’ ουρανού ανάμεσα από τα
καλοκαιριάτικα άστρα
έτσι που μένει το ποτάμι ανάμεσα στις ροδοδάφνες
έτσι που πάει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές στο έμπα
της άνοιξης,
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το
φωνάξουμε: αγαπάω.

Τότε. Μα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ
μακρινά,
είναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι
ένα χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο
πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουν μήτε οι δικοί του,
γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο
κ’ έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το
θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Αύριο, λέει. K’ είναι
σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην
καρδιά του Θεού.

Και να την ώρα πια που το φεγγάρι τον φιλάει σιμά στ’ αυτί
με κάποια στεναχώρια,
τα φύκια, η γλάστρα, το σκαμνί κ’ η πέτρινη ανεμόσκαλα
του λένε καλησπέρα
και τα βουνά κ οι θάλασσες κ οι πολιτείες κι ο ουρανός
του λένε καλησπέρα
και τότε πια τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ του
μπαλκονιού τα κάγκελα
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των
άστρων και των αδελφών του.





Από την ποιητική σύνθεση «Ρωμιοσύνη», εκδ. Κέδρος, 14η έκδοση, 1975.