Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, "Πέντε ποιήματα"




ΚΕΡΙΑ


Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα −
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

[1899]





ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ...


Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή − και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες − πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν−
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

[1918]





ΕΚΟΜΙΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ


Κάθομαι και ρεμβάζω.           Επιθυμίες κ’ αισθήσεις
εκόμισα εις την Τέχνην −           κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές·           ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες.           Ας αφεθώ σ’ αυτήν.
Ξέρει να σχηματίσει           Μορφήν της Καλλονής·
σχεδόν ανεπαισθήτως           τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις,           συνδυάζουσα τες μέρες.

[1921]





ΝΟΗΣΙΣ


Τα χρόνια της νεότητός μου, ο ηδονικός μου βίος −
πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημά των.

Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες...

Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε.

Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο
μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου,
σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.

Γι’ αυτό κ’ η μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν.
Κ’ η αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω
διαρκούσαν δυο εβδομάδες το πολύ.

[1918]





ΑΠ’ ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ −


Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή − τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.


[1918]



Στην εικόνα:
Νίκου Νικολάου - Χατζημιχαήλ, «Ο Καβάφης προ χρόνων», (21/4/1985)