Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Ελένη Δημητριάδου - Εφραιμίδου, "Τέσσερα ποιήματα"




Φούντα ή φούντο;


Μ’ αρέσουν οι φούντες.
Φούντες στα κουρτινάκια,
φούντες στα καρέ,
φούντες στα φώτα, στα κλειδιά,
στα κινητά, στ ακουστικά,
φουντίτσα ακόμη και στη λέξη μου
την παρατεταμένη.

Αλλά, τι να ’ναι αυτός ο θύσανος;
ανθοφορία σκότους λες;
ή δέσμη από κλωστές
ελεύθερες στο τέλος τους;

Τι συμβολίζει αυτή η φούντα στη ζωή
έτσι που αιωρείται,
ισορροπώντας τις κλωστές,
ευθυγραμμίζοντας την άκρη της,
χορεύοντας αιώνια
σαν μαριονέτα του γιατί;

Την καμαρώνω, αγέρωχη που είναι.
Μεγαλοπρεπής, αμέτοχη,
πρόθυμη σ’ ένα πρόσταγμα δικό μας,

να μείνει εκεί, ελεύθερη
μέσα σ’ αντίθετες ροπές
ή να λυθεί απ’ την κορφή
και να φουντάρει;





Μελό


Άλλος μελό,
άλλος Σαρλώ,
αλλά, όλοι μικρά
αλάνια είμαστε
στο ποίημα.

Λυμένα τα μποτάκια σου
όταν κλοτσάς τις λέξεις.
Κτυπούν κι αυτά στο πρόσωπό μου
όταν μιλάς.
Μου απαγγέλεις και Ρεμπό και Μπρεχτ,
διαβάζεις κι από Μπόρχες
και Μπακούνιν, Ντιντερό,
εντούτοις, πάνω μου, αστράφτει
το μαχαίρι σου
όταν χαμογελάς.

Είτε μελό, είτε Σαρλώ,
μάνα, φωνάζει ο παπαγάλος.

Τελικά, το συμπεραίνω
εισ’ ένας άλλος.
Και τι Μπακούνιν, τι και Ντιντερό,
άλλος εσύ, άλλος εγώ,
για μια επίγεια μπαρούφα
αμφισβητώ.




(Τα ποιήματα «Φούντα ή φούντο;» και «Μελό», δημοσιεύονται για πρώτη φορά).





Τοπίο μάταιο, στιγμή που τελειώνει

                                 Η στιγμή που τελειώνει κρύβει καλά
                                    το μυστικό της στο τέλος.


Ύλη, μην κομπάζεις.
Γνωρίζεις ότι μετατοπίζεσαι
σέρνοντας
άδειο φουστάνι
τη στιγμή.

Ύστερα,
σκορπισμένα μόρια μνήμης
που σπάζει.
Σκόνη,
συναίσθηση ατελής.
Απρόσιτο σύννεφο ουρανού.
Αίσθηση που διαλύεται,
αφαιρεί
νάρκισσο κήπο.

Και μόνο οι λέξεις
ξεπερνούν το μυστικό σου.
Όσο ουρλιάζεις,
αυτές χλευάζουν.
Όσο αφανίζεσαι,
αυτές μένουν.

Στην Ουγκαλαχάμα,
χάνει τη λογική του ο χρόνος.




Από τη συλλογή «Δωριείς και Ξυλοκόποι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014.
(Το ποίημα είναι δημοσιευμένο και στο συλλογικό έργο «Τα ποιήματα του 2014», Κοινωνία των (δε)κάτων, 2016).





Ιφιγένεια εν Ελλάδι


Ο ιερέας ψιθύρισε ξανά:
αυτή η θυσία δεν ήταν αναγκαία.
Ποιος ούριος άνεμος υπακούει
σε σφαγές;

Μήπως και άκουσε κανείς τι είπε η θεά,
αφού επάνω στο βωμό υπήρχε ένα κριάρι;

Τότε η Ιφιγένεια χαμογέλασε,
φασκέλωσε τον μάντη Κάλχα,
η Κλυταιμνήστρα πυροβόλησε με μια ματιά
τον ασεβή και δόλιο Αγαμέμνονα,
ο Ορέστης σκότωσε τη δολοφόνο μάνα του,
κι οι "Θόες"* που μισούν τους ΄Έλληνες
αθώωσαν τον μητροκτόνο Ορέστη.

(Έτσι συμβαίνει φαίνεται σε κάθε διχασμό ή προδοσία.)

Ώσπου εμφανίστηκε με τα σοφά της βέλη
η αιχμηρή Αθηνά
κι όλοι αναρωτήθηκαν:
πώς όλα αλλάζουν πάντα ξαφνικά,
όπως εκείνος ο απρόβλεπτος
και τυχοδιώκτης άνεμος
που λησμονά αυτό που σφάλει
όταν κλαδεύει;



*Θόας, βασιλιάς της Ταυρίδας

Από τη συλλογή, «Δωριείς και Ξυλοκόποι».
(Πρώτη δημοσίευση, biblioteque.gr).

Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της ποιήτριας.