Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Μάρκος Μέσκος, "Πριν από τον θάνατο"




Ο ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΧΤΗ


Έπρεπε να κατέβει στα πόδια του καταρράχτη
να πλένει τα ματωμένα του χέρια,
τα σκονισμένα αρβύλια του να πλένει
με τις γαρδένιες του νερού, να δροσίσει
το μέτωπό του ή, αν ήταν βολετό,
να κυλήσει το βρώμικο κορμί του
μετά το ντουφέκισμα, εκεί στο ύψος του καταρράχτη,
απ’ τη φλογέρα του πουλιού...

(Δώστε μου μια σάλπιγγα
να κλάψω αυτόν τον άνθρωπο
με τη χακί στολή!...)





ΟΥΡΑΝΟΣ


Με τα κλαδιά του δέντρου κάνω σχέδια στον ουρανό
ζωγραφίζω ένα λυπημένο Θεό, την
οπλή του αλόγου που δε φαίνεται −
φταίνε τα σύννεφα που τα κουβάλησε ο τρελός βοριάς
μα πώς αλλιώς θα ζωγράφιζα
ένα καράβι με τα τέσσερα χαμόγελα του κόσμου;

Κάνω σχέδια με τα χέρια του ανέμου
σχέδια παράξενα, μάτια και πρόσωπα αγαπημένα,
σχέδια παράξενα, νεκροί που πίστεψα
αίμα και κόκαλα και χαρά και δρόμοι,
σχέδια ίσως τρελά: μια πηγή γαλάζιο,
μια πηγή γαλάζιο νερό για τη δίψα της προσευχής μου
κι έναν άγγελο να μου δίνει το χέρι
ν’ ανέβω ψηλά...

(Μάνα, δεν έπρεπε να βάψεις γαλάζια τα μάτια μου
δεν έπρεπε, μάνα, να με ποτίσεις
τόσο βουρκωμένο ουρανό...)





ΑΝΘΟΔΟΧΕΙΟ


Ίσως η κάμαρα η κενή, ίσως ο ήλιος που απίθωνε
             τις κραυγές του πάνω στην πλάτη μου
έγιναν αιτία να φαντασθώ
πως τ’ άδειο ανθοδοχείο πάνω στο τραπέζι
είχε μάτια που με κοιτούσαν επίμονα,
είχε φωνή που με νανούριζε και με ξυπνούσε
μ έναν Έρωτα γεμάτο παπαρούνες στο αδειανό του στόμα.





ΧΩΡΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ


I

Έσφιξα τα χέρια των συγχωριανών μου
− τη μοίρα οργωμένη από τ’ αλέτρι
τον ήλιο και τ’ αγκάθια από τα χερσοχώραφα
και την οργή τους.


II

Ο ουρανός θρυμματισμένος όνειρα
κάπα στην αγρύπνια του βοσκού κι αμίλητη φλογέρα.
Τη νύχτα αυτή όσα τα μάτια τ’ ουρανού
τόσα τα πρόβατα στη γη.


III

Ζέψαν τα βόδια από τις τέσσερις χαράματα
αφού τον αδερφό του ήλιο με την πλούσια κόμη
ξαπλώσανε στον κύκλο του αλωνιού
σπυρί σπυρί κουρσεύοντας το στάρι.


IV

Βάλτους δεν έχουμε δω να κρώζουνε τα νεροπούλια
τα καλοκαίρια δω άνεμος δε βογκάει, τ’ αρνιά
σκαρίζουνε, τα καριοφίλια κοιμούνται.
Πούθε έρχεται κάθε μεσάνυχτα η παιδική φωνή
τρέλα γεμάτη και παράπονο;





ΠΟΙΗΤΗΣ


Τέλειωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
             να τραγουδήσει νεκρούς...
Του ’δειχνα τ’ άσπρα μου μαλλιά μ’ αυτός δε φοβόταν
             τον θάνατο,
του ’λεγα να ’ρθει μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ’ τη θλιμμένη βροχή
μ’ αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.





Από τη συλλογή «Πριν από τον θάνατο» (1958), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση, «Μάρκος Μέσκος - Ποιήματα, Μαύρο δάσος Ι»,
εκδ. Γαβριηλίδης 2011.