Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Δημήτρης Ι. Μπρούχος, "Λουλούδια του δρόμου"




ΛΙΣΤΟΝ


Φανάρι η ζωή κρεμασμένο από τα βόλτα
Ξοδεύεται παρατηρώντας τη Νιότη
Να διαγράφει τους αιώνιους κύκλους της
Στο πεπερασμένο των περιπάτων
Οι πολλοί και οι λίγοι άλλοτε
Οι κάποιοι και οι λιγότεροι κάποτε
Και τώρα βιαστικά λαίμαργα περιστέρια
Έχοντας προ πολλού παραβιάσει τη λίστα
Δικαιώνουν την πιο αδέσποτη χίμαιρα
Διεκδικώντας ευδαίμονες πτήσεις

Από τα δωμάτια τού άλλοτε Saint George
Και της πανσιόν Suisse
Ανάσες βαριές διαχέονται θωπεύοντας
Τον έρωτα σε λείες επιδερμίδες ακηδέστατων
Στάσεων στο ημίφως
Των παραθύρων
Αποδημώντας οριστικά στα μονοπάτια του χθες.

Σήμερα
Βόμβος διαρκής συνευρέσεων
Επικαθηλώσεις χρόνου
Μ’ έναν εσπρέσσο στην ασωτία
Λυρικών βλεμμάτων στο πηγαινέλα
Και στις διασταυρώσεις.

Δεν υπάρχει φορά να μη δω κλεφτά
Το γωνιακό τραπέζι που δεν τα βρήκαμε.
Χρόνια τώρα περνώ και ξαναπερνώ
Μήπως κι’ ακυρώσω το ψέμα μου
Χρόνια τώρα περνώ και ξαναπερνώ
Μήπως κι άλλαξες γνώμη.

Στο ίδιο σημείο δυο περιστέρια
Ερίζουν πάντα
Για το ίδιο ψίχουλο…





ΠΥΛΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


Ερήμωσαν
Όλα
Τα χρόνια, οι γειτονιές, οι καρδιές,
Οι δρόμοι,
Οι άνθρωποι
Το αβάσταχτο είναι τους πολεμούν
Καθημερινά ξεχνώντας, διαγράφοντας
Μονοκονδυλιά
Τα παλιά, τα μη συμφέροντα, τα φέροντα
Μνήμη και μνήμες από τον καιρό
Των αισθημάτων και των αισθήσεων
Απείθαρχες βλέψεις συγκατατέθηκαν
Όνειρα απεδήμησαν ανεκπλήρωτα
Παιδικές φιγούρες κυκλώνουν το γύρω μου
Με περιπαικτικές γκριμάτσες ύστερα
Με χαμόγελο φθίνον
Κουνάνε το χέρι μακραίνοντας σαν
Ν’ αποχαιρετάνε τ’ αλύτρωτα
Παιδικά χρόνια.

Λιγόστεψαν. Όλα.
Οι αποστάσεις, οι διαστάσεις, τα περιθώρια
Οι αμαρτίες, τα λάθη, οι παρορμήσεις, οι αναστολές.
Κατηφορίζω προς τα Μουράγια
Δεξιά το παλάτι δεσπόζει όπως η φαντασία
Αριστερά το βόλτο του Κοκκίνη παραπέμπει
Σ’ άλλες εποχές κι η Αναγνωστική
Πιο κάτω σταθερή αξία,
Όλα μας υποθηκεύουν για το καλύτερο
Των αυριανών αναμνήσεων,
Κοιτάζω απέναντι το Βίδο
Και η ψυχή μου αναζητά
Φυγόδικους, υπόδικους, λαθρόνες εαυτούς που
Ασέλγησαν πάνω της κι εξαφανίστηκαν.

Αυτοί οι ένοχοι
Καταζητούνται
Ακόμα.





ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ

Οι πλαγιές του ύπνου φωτισμένες
Από τη θάλασσα που αντιφεγγίζει την πανσέληνο
Το φως του δρόμου εισβάλλει απ’ το παράθυρο
Μα καμιά ενοχή δεν αγγίζει.
Στο τζάμι σκαρφαλώνει η σκιά μου γλιστρώντας
Απ’ έξω οι αγάπες μου όλες: Μαίτλαντ,
Παλιό φρούριο, Αη-Γιώργης, Σπιανάδα,
Γαρίτσα δεξιά στο βάθος ακίνητες.
Κινείται μόνο η σιωπή
Και τα πουλιά φλυαρούν με τις ψυχές
Σε μια γλώσσα που δεν
Γνωρίζω σαν να θέλουν
Ν’ αφυπνίσουν το άγνωστο μέσα μου.
Ψηλαφίζω τις επιφάνειές μου αναδεύοντας
Οσμές σωμάτων εκτονωμένων
Ίχνη χειλέων που κάποτε
Ανίχνευσαν το απροσπέλαστο
Μια υποψία πόθου καραδοκεί σπασμό.

Πετώντας χαμηλά στη ζωή μου
Γράφω κύκλους μαζί με τα πουλιά, τα βράδια
Γύρω απ’ το δωμάτιο που μέσα

Κοιμάται ανυποψίαστος ο εαυτός μου.





Από τη συλλογή, «Λουλούδια του δρόμου», εκδ. α’πόστροφος, Κέρκυρα 2007