Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Φωτεινή Βασιλοπούλου, "Πρωσικό μπλε"




Πλάνης


Την τελευταία φορά που πέθανα
ξέχασαν να με θάψουν
και χρόνια τώρα
ανάμεσά τους τριγυρνώ

Πλάνης
ανάμεσα στους άλλους άταφους νεκρούς
που
ζωντανοί νομίζουν ότι είναι.





Μηνίσκος


Οποία αποκάλυψις στο λεξικό!
Μικρή σελήνη.
Ίσως γι’ αυτό όταν οδεύει προς την έκλειψη
ως και στο γόνατο βαθιά
φρικτά η απουσία σου με πονάει.
Το σώμα ενθυμείται
την απώλεια.
Επιτολή μηνίσκου σεληνιακού.

Επιτολή θλίψης ημισελήνου.





Σκόνη


Ξόδεψε χρόνια ολόκληρα
τινάζοντας απ’ το μπαλκόνι χαλιά, κουβέρτες, αναμνήσεις.
Και από κάτω παιδάκι η ίδια να μαζεύει τ’ άνθη
της νύφης που ονειρεύτηκε να γίνει.
Τότε που ακόμα δεν το ήξερε
πως μια ζωή θα πάλευε με ήττες και με σκόνη
με αναμνήσεις και με όνειρα
που σκοτωμένα ένα ένα θα ’ριχνε απ’ το μπαλκόνι.





Συναίσθημα αποδημητικό


H θλίψη έχτισε φωλιές στα μάτια σου.
Ως το φθινόπωρο
κάτω απ’ τα βλέφαρά σου θα επιδημεί.
Στα πρώτα κρύα θ’ ανοίξει τα φτερά της για τον Νότο
γι’ άλλες στεριές
για θάλασσες πιο μακρινές
για μάτια άλλα πιο ζεστά
πιο φωτεινά

Που τώρα ακόμη ανυποψίαστα κι αμέριμνα γελάν.





Άνοιξη


Τους πάγους λιώνω
των χρόνων που δε ζήσαμε μαζί.
Ρουφώ σταγόνες, ρύακες, ποτάμια.
Φουρτουνιασμένες θάλασσες
κατεβασιές.

Και στάλα να μη λέω να ξεδιψάσω!





Από τη συλλογή «Πρωσικό μπλε», Οι εκδόσεις των φίλων, 2016.

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Αναστασία Θεοδωρούδη, "Χτυπούν την πόρτα μου οι δρόμοι"




)__)(__)(_)(_)(____(_


Καπέλο


Εκείνος περνά.
Λίγο σκυφτός.
Και λίγο διπλωμάτης.
Περηφανεύεται σε όλους
πως ποτέ δεν τον δαγκάσανε
σκυλιά στους δρόμους.
Ούτ’ ένα σκίσιμο
δεν έχει στην άψογη περιβολή του.
Κάποια κλωστούλα έρωτα
μιαν άνοιξη που ξήλωσε
λιγάκι στο γιακά του,
την έκοψε στα γρήγορα.
Κρατώντας σταθερά
στο χέρι ψαλιδάκι.
Κι ένα χαρτί,
χαρτί παλιό,
που έγραφε ξεθωριασμένα
και θαμπά,
θνητός.
Ή θνησιμότητα.
Το τσαλάκωσε.
Το έβαλε στη τζέπη.
Σαν πήγε σπίτι,
έκατσε και το δίπλωσε.
Με προσοχή.
Και επιμελημένα.
Το έκαμε καπέλο.
Να το φορεί.
Να μην ζαλίζεται.
Απ’ τον πολύ το ήλιο.
Σ’ αυτό το κάθε μέρα.
Σ’ αυτό το κάθε μέρα.





)(__)(_)(__)(___)(_


Σε ανοίγω στα δύο σα καρπούζι.
Παραγεμισμένο σκοτάδι.
Μέσα σου γυαλίζουν υγρά κουκούτσια αστέρια.
Σε βρήκα πεταμένο.
Στους χωμάτινους δρόμους μιας επαρχίας θολής.
Κι όλο το όνομα σου ξεχνούσα.
Σκόνη.
Αλκοόλ φτηνό.
Τσιγάρα λαθραία.
Κι εσύ στο δρόμο μου.
Κι εγώ διψούσα.





)(___)(___)(____)(_)(_


Ένα μουρμούρισμα


Ένα μουρμούρισμα.
Ίσιο.
Κι ανάμεσα η φωνή
του αρνιού που πεινά.
Ένα μουρμούρισμα.
Κι ανάμεσα το φύλλο
από τη φλαμουριά
που σκάει πράσινο.
Κοιτάζω κάτω απ’ τα κρεβάτια μου.
Κάτω από τους έρωτες
που έχω αγάλματα
Σε όλες τις πλατείες.
Στους πεσόντες μου.
Να δω ποιος μουρμουρά.
Τόσο αδιάφορα
Και τόσο παγωμένα.
Δεν βρήκα κανέναν.
Κοιτώ στα σεντούκια μου
Μέσα σε ρούχα που δε φορώ πια.
Σε σπίτια που ξενοίκιασα.
Κανένας.
Κοιτώ κάτω απ’ το μαξιλάρι μου.
Μέσα στον κρατήρα
που φτάνει ως τον πυρήνα μου.
Φωνάζω ονόματα.
Που ποτέ δεν ξέχασα.
Κανένας.
Το παγερό μουρμουρητό.
Αδιάφορο.
Για το αν ζω.
Αν ζεις.
Αν πέθανα.
Αν πέθανες.
Παντού.
Κοντά στ’ αυτί μου.
Στο πλευρό μου.
Αφηγείται.
Χωρίς τα γεγονότα να έχουν
σημασία καμία.
Ούτε αξία.





)(___)(___)(____)(_)(_


Το ήσυχο νερό


Κάθομαι έξω.
Στο δρόμο.
Από μακριά φωνές.
Ένας τραγουδιστής πνίγηκε
καθώς τραγουδούσε τη θάλασσα.
Με τα ίδια του τα λόγια.
Ένας ερωτευμένος άντρας,
παρασύρθηκε γυμνός
Από τον ίδιο του
τον κόκκινο ποταμό.
Κοιτάζω τα πτώματα.
Πώς επιπλέουν
στο ήσυχο νερό της νύχτας.
Το ένα τους μάτι
ακόμα ανοιχτό
Και έκπληκτο.
Τ’ άλλο κλειστό.
Παραδομένο.





)(__)(__)(____)(_____)(_


Νύσταξα.
Μες στην αυλή μου.
Κάθομαι σε μια καρέκλα γερτή.
Ένα αστέρι σκυλί
τρίβεται στα πόδια μου.
Για λίγο ψωμί από το στάχυ μου.
Κείνο τ’ αγριοσίταρο.
Το πάντ’ αθέριστο.
Το πάντα ξεχασμένο.
Που φυτρώνει στα πλαϊνά
Του δρόμου μου.





(())__))((_(())____))((__(())_


Κοιτάζω κάτω στο δρόμο
Το κεφάλι χαμηλά
βαρίδια τα μάτια.
Τα χέρια
σφιχτά σε γροθιές.
Φυσά παγωμένος αέρας
από πέρα
απ’ τα μελλούμενα.
Τα βάζω στις τσέπες.
Τα νιώθω μεγάλα τα χέρια μου
και δυνατά.
Αρκούδες που κρύφτηκαν στις σπηλιές
για να γεννήσουν.





Στην εικόνα: Vincent van Gogh, "Country Road", 1890.

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Ζωγραφική και Λογοτεχνία σε συνύπαρξη στο Εργαστήρι του Κων/νου Αρώνη στη Βέροια - Εγκαίνια Έκθεσης στο café McOza (6-10-2017)




γράφει η Δήμητρα Σμυρνή


Μετά από έξι χρόνια, από τότε που στήθηκε στη Βέροια το Εργαστήρι του Κωνσταντίνου Αρώνη, του γνωστού εικαστικού και αρχιτέκτονα, οι μαθητές του συνεχίζουν να δημιουργούν, να εκθέτουν τη δουλειά τους και προπαντός να δένονται με το δάσκαλό με δεσμούς που αποδεικνύονται κάθε χρόνο και πιο δυνατοί.

Και φέτος πάλι η έκθεση στο καφέ-γκαλερί McOza, και στους δυο ορόφους του, με τους καλλιτέχνες, με λογοτέχνες, με φίλους που ήρθαν για να δουν τα έργα της περασμένης χρονιάς, και με μια πρωτοτυπία. Τα εγκαίνια της έκθεσης, που έγιναν χθες, είχαν να προσθέσουν μια άλλη διάσταση στη βραδιά, αφού συνοδεύονταν από την παρουσίαση ενός λευκώματος του Εργαστηρίου.

Με τον τίτλο «11 Λογοτέχνες και 23 Εικαστικοί - Πεδία συνάντησης», το λεύκωμα, που επιμελήθηκαν ο Κωνσταντίνος Αρώνης και η Αλεξάνδρα Μυλωνά, περιέχει έργα καλλιτεχνών του Εργαστηρίου, που για τη δημιουργία τους ως πηγή έμπνευσης είχαν λογοτεχνικά κείμενα ανθρώπων της Βέροιας. Ανάμεσα τους κατατέθηκαν και ποιήματα ποιητών του Ποιητικού Πυρήνα.

Ο Κωνσταντίνος Αρώνης είπε χαρακτηριστικά για την έκθεση και το λεύκωμα:
«Μετά από έξι χρόνια δουλειάς στη Βέροια, με εκθέσεις των μαθητών μας όχι μόνο στη Βέροια και στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στο Παρίσι πέρυσι, το McOza φιλοξενεί και πάλι τα έργα μας της περασμένης χρονιάς.
Το ιδιαίτερο της βραδιάς των εγκαινίων είναι η έκδοση ενός λευκώματος, αποτέλεσμα της ιδέας συνύπαρξης της ζωγραφικής με τη λογοτεχνία και πιο συγκεκριμένα της συνύπαρξης του Ποιητικού Πυρήνα με το Εργαστήρι.
Πέρυσι έγινε στον ίδιο χώρο ένα δρώμενο, για να δείξει τη σύζευξη ποίησης και ζωγραφικής. Η ιδέα προχώρησε και τα μέλη του Πυρήνα διέθεσαν ποιήματά τους μαζί με λογοτεχνικά κείμενα άλλων Βεροιέων, ώστε να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης για τους μαθητές του Εργαστηρίου.
Αναλύσαμε και προσεγγίσαμε τα ποιήματα όλη τη χρονιά. Δεν κάναμε εικονογράφηση αλλά μια παράλληλη δράση. Το ποίημα δημιουργεί συνειρμούς και στον καμβά μεταφέρεται η εικόνα.
Πρόκληση για μας ήταν να παρουσιαστούν δίπλα-δίπλα το κείμενο και η ζωγραφική πρόταση.
Το λεύκωμα το επιμελήθηκε η Αλεξάνδρα Μυλωνά. Είναι ένα πρώτο τεύχος, το οποίο θα έχει και συνέχεια».

Εκπροσωπώντας τον Ποιητικό Πυρήνα ο Δημήτρης Παπαστεργίου πρόσθεσε:
«Δεχτήκαμε την πρόκληση από το Εργαστήρι του Κων/νου Αρώνη και ανταποκριθήκαμε στη γοητεία του συνειρμού. Δεν έχουμε παρά να ευχαριστήσουμε το Εργαστήρι γι’ αυτήν τη γόνιμη και πρωτότυπη συνεργασία».

Μια ενδιαφέρουσα έκθεση και ένα εντυπωσιακό λεύκωμα, προϊόν μιας πρωτότυπης ιδέας, που ξάφνιασε με την αισθητική του.

Εκθέτουν οι εικαστικοί καλλιτέχνες: Δήμητρα Αβραάμ, Έλσα Αθανασάκη, Λίλα Βαρελοπούλου-Λιάκου, Όλγα Γιαμά, Σίσσυ Γκαμπέση, Άγγελος Ζορμπάς, Ευαγγέλια Καΐκη, Νεκταρία Καραλή, Λύδια Καραμούτη, Αναστασία Κότσιαλου, Κατερίνα Κυριακού, Εύα Λιγάκη, Ουράνια Μανουσαρίδου, Σωτήρης Μάντζος, Σοφία Ναλμπάντη-Μανούδη, Δώρα Μουρατίδου, Έφη Σοφιανίδου, Ελένη Συλίβριλη, Μαρία Τασσιοπούλου, Πόπη Τσιάλου-Κεχαγιόγλου, Μελετίνη Τσίλη, Χρύσα Φιλίντατζη, Γιάννης Φωτόπουλος, Μαρία Χειμωνοπούλου και Κωνσταντίνος Χρυσοστομίδης.

Στο λεύκωμα συμμετέχουν οι λογοτέχνες: Κούλα Αδαλόγλου, Βασίλης Δασκαλάκης, Δημήτρης Καπετανάκης, Δημήτριος Ιορδ. Καρασάββας, Σούλης Λιάκος, Νίκος Μανούδης, Αλεξάνδρα Μυλωνά, Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Παύλος Παρασκευαΐδης, Γιάννης Φωτόπουλος και Ιγνάτης Χουβαρδάς.













Φωτογραφίες: Δήμητρα Σμυρνή, Δημήτρης Τσιμούρας.

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, "Θαλασσινό ημερολόγιο"





ΜΟΝΑΧΑ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ ΘΥΜΑΜΑΙ


Συχνά ονειρεύομαι
Τις παιδικές μου φίλες
Μ’ άσπρα μαλλιά
Μικρές γριούλες
Να σεργιανούν απ’ το μπαλκόνι τους
Τους μικρούς γέρους εραστές τους
Ή να πηγαίνουν να τους συναντήσουν
Σε κάτι δρόμους από καταχνιά
Βαδίζουν βιαστικά όλες
Με τα λιγνά κατοχικά τους ποδαράκια
Δεν διακρίνω καλά το πρόσωπό τους
Μονάχα τ’ όνομά τους θυμάμαι
Κορνηλία Ευγενία
Θεοδώρα Βασιλική
Και πνίγεται η φωνή μου
Μέσα στον ύπνο μου





ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ


Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας
Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς
Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες
Ή στην εξοχή με σταυρωμένα χέρια

Τι να αισθάνονται τάχα
Την ώρα που νυχτώνει
Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι
Χωρίς να ’ναι κουρασμένες

Λένε πως βλέπουν όνειρα πολλά
Πως κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους
Γι’ αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί
Έτσι που πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους
Χωρίς σχέδια και προοπτικές
Για τη νέα μέρα
Που προχωρεί απάνω τους
Αδιάφορα





ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ


Ο αόρατος συγκάτοικός μου
Ρίχνει ένα πικρό σκονάκι
Μέσα στον πρωινό καφέ μου

Ξεκινώ τη μέρα μου
Με παυσίπονα
Και φυσιοθεραπείες
Για το αριστερό μου χέρι

Μέρα της εκδρομής
Και του έρωτα
Και της επανάστασης
Και γω
Με το αριστερό μου χέρι
Εν αχρηστία





ΕΚ ΤΟΥ ΜΑΚΡΟΘΕΝ


Εκεί
Στο βάθος του δρόμου
Βρέχει
Δε βλέπω καλά
Αλλά νομίζω πως εσύ
Δεν είσαι εκεί
Και γω δεν είμαι εκεί
Μονάχα ένα αδέσποτο σκυλί
Με μάτια ματωμένα
Από την πέτρα





ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ


Τα μάτια σου
Είναι
Σαν τσακισμένα
Μυστικά
Που τρέφονται
Απ’ τα φτωχά ελέη
Του Θεού
Κι απ’ τη δική μου
Καταφαγωμένη αγάπη






Από τη συλλογή «Θαλασσινό ημερολόγιο» (1981), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Επιλογές και σύνολα», εκδ. Νησίδες, 2001.

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Παύλος Παρασκευαΐδης, "Η Απαγωγή"





Η Απαγωγή


Εμφανώς καταβεβλημένος κι ενίοτε παραπατώντας έφτασε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Αφού τράβηξε όλα τα βλέμματα πάνω του ένας αστυφύλακας προσφέρθηκε να τον οδηγήσει στον αξιωματικό υπηρεσίας. Μετά βίας κατάφερε να δηλώσει μια εξαφάνιση. Στην ερώτηση του αξιωματικού για τα στοιχεία του αγνοούμενου απάντησε πως είχε χάσει τον εαυτό του. Ο υπαστυνόμος άναψε ένα τσιγάρο, πήρε το πιο σοβαρό ύφος που είχε δοκιμάσει ποτέ και ρώτησε εδώ και πόσο καιρό είχε εξαφανιστεί αυτό το πρόσωπο. Του ήταν αδύνατον να απαντήσει καθώς τα είχε χαμένα.

Περίπου δύο μήνες αργότερα ο ίδιος υπαστυνόμος του τηλεφώνησε ανακοινώνοντάς του πως ο αγνοούμενος είχε εντοπιστεί και τον καλούσε να παραστεί στο Τμήμα. Εκεί του έδειξε τη φωτογραφία μιας καστανομάλλας και είπε λεπτομερώς τα παρακάτω: Ύστερα από εξονυχιστικές έρευνες της αστυνομίας βρέθηκε πως η δεσποινίς αυτή απήγαγε μ’ έναν ανεξήγητο για τη λογική τρόπο τον εαυτό σας και τον κρατά κλειδωμένο στην καρδιά της. Δυστυχώς λόγω νομοθετικού κενού δεν ήταν σε θέση να ασκήσει ποινική δίωξη ο εισαγγελέας κι ως εκ τούτου δεν είμαστε σε θέση να τη συλλάβουμε για το κακούργημα το οποίο διέπραξε. Να σας αποκαλύψω επίσης πως ο εαυτός σας αγνοείται από την αποφράδα εκείνη ημέρα όταν σας γλυκοκοίταξε η εν λόγω δεσποινίς κι έπειτα φιληθήκατε σε κοινή θέα σε γνωστό στέκι ρομαντικών ψυχών επί της Νικηφόρου Φωκά. Δηλαδή εδώ και δύο χρόνια περίπου αγαπητέ μου κύριε. Άρχιζε να ζαλίζεται, να παραμιλά και τελικώς κατέρρευσε.  

Έναν χρόνο μετά.

Ο συμπαθής μα κατά τα άλλα ευαίσθητος κύριος περπατάει αμέριμνος στην παραλία. Ένα αυτοκίνητο της ασφάλειας σταματά κι ένας γνώριμος μαυροντυμένος κύριος τον πλησιάζει.
 Καλή σας μέρα, ωραία μέρα για περπάτημα στην παραλία. Αλήθεια πως τα πάτε;
─ Καλημέρα κύριε υπαστυνόμε μια χαρά είμαι σε τι ακριβώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω; Άλλωστε νομίζω πως η υπόθεσή μου έχει κλείσει.
Ο υπαστυνόμος βγάζει μια φωτογραφία από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του κι αμέσως αναγνώρισε την καστανομάλλα.
 Η δεσποινίς αυτή δήλωσε πριν κάμποσες ημέρες μια εξαφάνιση. Όλως περιέργως έχασε κι αυτή τον εαυτό της κι όλα τα στοιχεία οδηγούνε στο συμπέρασμα πως την κρατάτε κλειδωμένη στην καρδιά σας. Τι έχετε να δηλώσετε γι’ αυτό;



Παύλος Παρασκευαΐδης




Στην εικόνα ο Harvey Keitel, σε ένα στιγμιότυπο από την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου, "Το βλέμμα του Οδυσσέα".

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Βασίλης Δασκαλάκης, "Αόρατα γεφύρια"




ΑΟΡΑΤΑ ΓΕΦΥΡΙΑ


του Βασίλη Δασκαλάκη


Θρύλοι και παραδόσεις, δοξασίες και πλάσματα μυθικά μπλέκονται και δημιουργούν ιστορίες, που διαδίδονται από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά. Ένας βεροιώτικος  θρύλος λέει πως όποιος ξένος πιεί νερό από την πηγή της Μπαρμπούτας, θα παντρευτεί κοπέλα από την πόλη. Εδώ και 25 χρόνια πίνω νερό από τα ποτάμια της. Κάθε ανοιξιάτικο πρωινό, από το παράθυρο μου ακούω αηδόνια να ερωτοτροπούν, μέσα στις φυλλωσιές των πλατάνων, που απλώνουν τις ρίζες τους βαθιά στην κοίτη του Τριποτάμου, του ποταμιού συμβόλου της πόλης. Βλέπω τη γέφυρα του Καραχμέτ, και αφήνομαι στις μνήμες που πάνε κι έρχονται εδώ και δυόμιση δεκαετίες. Λένε πως οι γέφυρες ενώνουν τόπους, ενώνουν ανθρώπους. Νερά κυλούν από κάτω, άνθρωποι, σχέσεις, μνήμες και όνειρα στηρίζονται πάνω σε γέφυρες. Κι εγώ πορεύομαι αέναος πεζοπόρος σε μια αόρατη γέφυρα, που ενώνει τον Βορρά με τον Νότο, το γενέθλιό μου τόπο της Κρήτης με τούτο τον καινούργιο μου, στην «ερατεινή» Ημαθία.

Ο γενέθλιος τόπος μου / μια λιτή εικόνα / μη ρέον ύδωρ / άγρια τοποθεσία / απόκρημνα φαράγγια / άδενδροι βράχοι / δεν επροίκισεν το Βυζάντιο / με πρίγκηπες, αυλικούς, στρατηγούς / επιφανείς κληρικούς
ο κόσμος που γαλουχήθηκα περίκλειστος / μόνη διέξοδος η θάλασσα / το πνεύμα παγιδευμένο / η μνήμη στο αίμα / τα τροπάρια στα γονίδια / το φως στο σκοτάδι και στον φόβο / η ομοθυμία στο πέραν / οι ενιαυτοί στο παρόν
η ψυχή μου πορεύεται σε νέους τόπους
βηματιστής στη σκουριά των ημερών αναλήφθηκα / ως αιχμή καπνού / στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων.
[Παράλληλη μνήμη]


Στη Βέροια, στους πρόποδες του Βερμίου όρους, όπου σύμφωνα με τον Ηρόδοτο εκτείνονταν οι κήποι του Μίδα, γεμάτοι άνθη σπάνιας ομορφιάς και ξεχωριστής ευωδίας, τα μοναδικά εξηντάφυλλα τριαντάφυλλα τότε, ροδάκινα σήμερα, στην απέραντη αγκαλιά της.
Επάλληλα στρώματα από την προϊστορική εποχή, στην κλασσική, την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή, τη βυζαντινή, την οθωμανική και τη σύγχρονη άφησαν ίχνη, ερείπια, ψηφίδες στην τοπιογραφία της πόλης. Η μακρόχρονη παρουσία της Βέροιας, σηματοδοτείται ανά τους αιώνες από τα νερά της. Νερά που άλλοτε σιγοψιθυρίζουν αόρατα κάτω από συκιές και ροδιές και άλλοτε αναβλύζουν γάργαρα σε διάφορα σημεία της. Κυρίως όμως, από τον Τριπόταμο, που διασχίζει την πόλη σε όλο της το μήκος. Πέντε γέφυρες, ενώνουν κατά μήκος του Τριποτάμου τις δυο πλευρές της πόλης, όμως η πιο εμβληματική από αυτές είναι η γέφυρα του Καραχμέτ. Η φωτογραφία είναι από τις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν η Βέροια ήταν ακόμη Οθωμανική επικράτεια. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος επισκέφτηκε την πόλη τον 17ο αιώνα, λέει πως η γέφυρα χτίστηκε το 1585 ή το 1586. Και είναι η πιο εμβληματική, γιατί είναι η πιο παλιά και η μοναδική από τις γέφυρες που σώθηκε μετά την καταστροφική πλημμύρα του 1935. Η γέφυρα του Καραχμέτ δεν παρασύρθηκε από τα ορμητικά νερά του Τριποτάμου, γιατί τα δυο της βάθρα είναι γερά θεμελιωμένα σε βράχους, που υπάρχουν στην κοίτη του ποταμού.
Σ’ αυτήν τη γέφυρα έβλεπα συχνά, να περιδιαβαίνει, να κοντοστέκεται και να «διαλογίζεται» ο Μανώλης Ρασούλης, φίλος της πόλης, που την επισκέπτονταν συχνά. Και καθώς η μνήμη μού έφερε την φιγούρα του Μανώλη Ρασούλη, αναλογίστηκα κι όλους εκείνους, που πέρασαν σε κάποια στιγμή από την πόλη και συνδέθηκαν μαζί της. Τον Γιάννη Τσαρούχη, που υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, στη Βέροια και έγραψε πως το βαθύ πράσινο στις αγιογραφίες της πόλης είναι παρμένο από την πρασινάδα της γης. Ναι, σίγουρα αυτό το πράσινο του τοπίου, που ζωογονείται διαρκώς από την αδιάκοπη ροή των νερών, πέρασε και στον χρωστήρα τόσων και τόσων αγιογράφων, που καλλιτέχνησαν και ιστόρησαν τους πάρα πολλούς ναούς της πόλης. Δεν είναι τυχαίο πως ο Γιάννης Τσαρούχης έλεγε ότι η Ημαθία είναι η πινακοθήκη της Ελλάδας.

Αναλογίστηκα και τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου, να περιδιαβαίνει τους δρόμους της πόλης και σαν αεράκι, μου ήρθαν οι στίχοι του:

Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές / ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς / σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο
(…)
Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε / εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.
[Εκκοκκιστήρια Α΄]


Πλούσια η σοδειά της γης, αλλά και η σοδειά η πνευματική συνεχίζει να δίνει… Να δίνει σ’ όσους ζουν και κινούνται στην Μπαρμπούτα, περιοχή του Τριποτάμου, στην γέφυρα του Καραχμέτ και στις άλλες γωνιές της πόλης, όπως και στο μοναδικό, φυσικό της μπαλκόνι, το μπαλκόνι της Ελιάς. Εκεί που ο τραγουδοποιός Νίκος Ζιώγαλας παιδί της πόλης τραγουδάει: «Έλα μαζί μου πάνω εκεί να δεις αυτό το ποίημα, χωρίς να βλέπεις θάλασσα θ’ ακούς να σκάει το κύμα.» Το ίδιο ονειρικό κύμα δονεί και τις χορδές κάποιων από τους σημερινούς κατοίκους της πόλης, που σε πείσμα των άμουσων καιρών, συνεχίζουν να δημιουργούν και να «φτερουγίζουν με ανύπαρκτα φτερά για τους πολλούς.» Συνεχίζουν να χαράσσουν τα μονοπάτια τους και να οικοδομούν μια καινούργια αρχιτεκτονική, αυτή των σχέσεων όχι των κτιρίων, με δομικά υλικά την ποίηση και τη μουσική.
Με καινούργια εργαλεία χτίζουν αόρατες γέφυρες, διασχίζουν αιθέριες διαδρομές, αξιοποιούν προαιώνιες θύμησες και συνεχίζουν το ταξίδι, αφήνοντας το στίγμα τους στην πόλη. Περπατούν πάνω στη στέρεη γέφυρα του Καραχμέτ και απλώνουν τις δικές τους αχαρτογράφητες, νοητές γέφυρες των σχέσεων, οδηγώντας τους προσωπικούς τους μύθους, σε μια πορεία συντροφικής δημιουργίας. Συμπαραστάτης τους σ’ αυτή την προσπάθεια στέκεται ο μυθικός, παραποτάμιος θεός Όλγανος, που δεν είναι παρά η προσωποποιημένη αύρα του Τριποτάμου, φτιαγμένη από μάρμαρο της περιοχής δυο χιλιάδες χρόνια πριν…





Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» Σαββατοκύριακο 2-3 Σεπτεμβρίου 2017.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Νίκος Καρούζος, "Χορταριασμένα χάσματα"




ΦΩΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΕΒΟΥΣ


Όταν άξαφνα σπάσει το νήμα γέρνουμε στο μαύρο
που δεν μπολιάζεται με τίποτα κι αφήνουμε
τις λιακάδες απόλυτα ξένες
εκεί που σβήνουμε:
στη ρεματιά μας.
Αυτό το ξέρει ο τρόφιμος της άλαλης αγάπης
λυγίζοντας τις απολαύσεις όπως
ο πειναλέος χεροδύναμος μ’ ένα σώβρακο γυμνωμένος
τα σίδερα στις λαϊκές πλατείες.
Αυτό το ξέρει κι ο λεγόμενος εκστατικός
ολέθριος απ’ την άνθηση γύρω του
τα ηχηρά ρυάκια βλέποντας ωσάν άγνωστες υποθέσεις.
Αυτό το ξέρει όποιος μένει άναυδος και λέει:
«Τι πράμα είναι τ’ άλογο σαν τρέχει
κι αστράφτει, λάμπει στους θαυμάσιους μηρούς του ο ιδρώτας
μ’ ένα μηδέν ανάερο να βγαίνει μεσ’ απ’ τα ρουθούνια
την ευγένεια να σπιθίζει στην κοιλιά του την άμωμη!»
Μα όμως έχω μια περίλαμπρη γραφή για κάθε χελιδόνι
κι άμα θα ξαπολύσω τον απαίσιο σκορπιό
βαθιά που σκοτεινιάζει ο έρωτας…
Μην τραγουδήσεις υετούς κι οπωροφόρα θλίψη,
χάνομαι, λέει ο τρόφιμος της άλαλης αγάπης,
καθώς η σκόνη χάνεται μη μπορώντας
να νικήσει τη διαφάνεια του αέρα.





ΠΕΡ’ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ


Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ’ ουρανού
σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος.
Ήτανε Σάββατο κι ο φτωχός Ιησούς
ο ξιπόλητος ερωμένος της αγωνίας
ο ξέχειλος απ’ τη σκιά των λαών επιστάτης
περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περιβόλια
ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός
αέρας ο υπνοφόρος.
Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ’ άλλο,
είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!





Η ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ


Συχνά πηγαίνοντας με τα πόδια, κουβαλώντας μονάχα
το μισογεμισμένο σάκκο μου, στα τόσο δροσερά
κι απόμακρα λαγούμια
λίγο πιο κείθε απ’ τη φαντασία σ’ εκείνη τη δεύτερη
μεγάλη και καθάρια πραγματικότητα
που γιορτάζουν έρημοι σαν όλα τ’ απόκοσμα ζούδια
οι ουρανόπληχτοι με τ’ άδικο σκοτωμένο
σαν όρνιο στην άφωνη ρεματιά την απροσδόκητη –
χάνομαι σ’ αναρίθμητα μόρια ζωής που δεν τα βλέπω.
Κάθε φορά και πιο πολλές είν’ εκεί πέρα οι γιορτάδες
κάθε φορά και πιότερα σα ν’ ακούγονται τραγούδια.
Κρατώντας την εσθήτα της Παναγίας
ο Έσχατος τ’ Ουρανού με χιλιάδες έντομα στην όραση
μ’ αξεθύμαστα γιασεμιά στο νυμφώνα
μ’ άλλα θεάματα της αγάπης από μέσα
και μ’ άλλα γεγονότα σπιθοβολώντας
αγγίζει τους ραχιτικούς και θεραπεύει την αρθρίτιδα
μαλάζει τους πρησμένους αστραγάλους
αφήνει τρυφερά την αλήθεια πάνω σ’ όλες τις αρρώστιες
και κείνες χάνονται καθώς τα ευδιάλυτα νέφη.
Σιγά-σιγά ρυθμίζεται κι ο θάνατος
αρχίζει το νταούλι μεσ’ στα πανηγύρια
κι ολούθε πια σηκώνεται στο στήθος η ρωμιοσύνη
και μας αρωματίζει μ’ ανείπωτο μοσχολίβανο.
Καίγονται τότε τα φωτερά κοντάκια μεσ’ στους ύμνους
κι ανασαίνουμε πέλαγα σε μικρή κολυμβήθρα
κι αποσπούμε τα καρφιά της Σταυρώσεως.
Εκεί μια τέτοιαν ώρα σαν ωραιότατος
εγέρθηκε καπνός ο Γελάσιος και είπε:
«Το μέλλον είναι μάτι
το παρελθόν αφτί
για τον απλό χωριάτη
και για τον ποιητή!
Το μέλλον είναι κάτι,
μα όχι κάτι που νομίζουμε…»
Γεννιέσαι και μπαίνεις μεσ’ στο αίνιγμα
πεθαίνεις και τ’ αφήνεις ανέπαφο.
Τι άλλο να προσθέσω πια στη δύναμη του έαρος;
Πλήρης από έλλειψη νόηματος
υπερέχω.
Τιποτ’ άλλο δεν έχω να εκπροσωπήσω
τη χαρά μου μονάχα και μονάχα τη θλίψη μου
σ’ αυτό τον κόσμο που τον παγιδεύει θανάσιμα
όχι το σκοτάδι κ’ η μαυρίλα
μα το βαθύ χαντάκι της προοπτικής…
Ο χρόνος είχε μόλις ανατείλει.





ΤΡΥΦΕΡΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ


Δεν είναι πάντα το νερό σαν ξόδι και η κίνηση;
Δεν είναι μια μακρόσυρτη κηδεία το ποτάμι
κ’ οι λιτανείες των ήχων ανάμεσα
σε σκονισμένα γιασεμιά και τριαντάφυλλα;
Σου γράφω λοιπόν...
Οι άγγελοι θα γίνουν επιθετικότεροι
κι όλο το Σύμπαν από κάποιο δρόμο φρικαλέο
θα χωρέσει κάποτε σε μια δαχτυλήθρα.
Ό,τι στο στήθος μοιάζει με κειμήλιο
θέλω ναν το πετάξω.





ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ


Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα
εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα
και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα...





Από τη συλλογή «Χορταριασμένα χάσματα», (1974), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Νίκος Καρούζος - Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», εκδ. Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).