Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Μιχάλης Γκανάς, "Χριστουγεννιάτικη ιστορία"




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ τον βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα να ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχονο
                                           στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
                                                      πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
                                                           να παρηγορηθούνε.





Από τη συλλογή «Γυάλινα Γιάννενα» (1989), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Μιχάλης Γκανάς - Ποιήματα, 1978-2012», εκδ. Μελάνι, 2013.

Στην εικόνα: Pieter Bruegel the Elder, “Hunters in Snow (Jäger im Schnee)”, 1565.

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης, "Δύο ποιήματα για τα Χριστούγεννα"





ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κ’ εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας - ένας
ακούει τ’ όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ’ άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλυστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει – αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.

Ξεκινάνε τα φορτηγά.


Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.

Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακκί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.

Ελάτε λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.


Μας ήρθε μ’ ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Του κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ’ το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα, ξαφνικά, και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.

Μη με λες, λοιπόν, σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.

Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.

Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα – όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς
προχωράς.


Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
– Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ’ άλλο του χέρι είναι κομμένο.

Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του
θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
– Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.


                                                                            Μακρόνησος 1950


Από τη συλλογή «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο», 1956.





                                                                                               Η γέννηση

      Έν άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ’δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες, μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία». Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ,
      γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ’χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.



Από τη συλλογή «Ο τυφλός με τον λύχνο», 1983, [ενότητα: Ο αδελφός Ιησούς].




Τα ποιήματα περιέχονται στο συγκεντρωτικό έργο «Τάσος Λειβαδίτης - Ποίηαη» εκδ, Κέδρος [τόμοι 1 (14η έκδοση 2003) και 3 (6η έκδοση 2003) αντίστοιχα].

Στην εικόνα: Πολιτικοί εξόριστοι στην Μακρόνησο το 1949 (ανάμεσά τους οι Τάσος Λειβαδίτης, Γιάννης Ρίτσος και Μάνος Κατράκης).
(Φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Μάργαρη,
πηγή: http://www.makronissos.org/politiki-exoristi-sti-makroniso-1949/).

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Ζωή Καρέλλη, "Πορεία"




ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

I

Η ήμερη μέρα μού προσφέρει
πρόσωπο ευγενικό
να τ’ αγγίξω με τ’ άρρωστά μου δάχτυλα.

Πολύτιμα δώρα, ώρες της ζωής,
με σας κανένα οικοδόμημα ν’ αποκάμουν
δεν μπορούν τ’ άρρωστά μου δάχτυλα.

Βρίσκομαι, μέσα μου οικοδομείται
η καταστροφή διαλύσεων,
σιγανή, αόριστη, άπιαστη
δύναμη της αμφιβολίας με στυλώνει,
για να υπάρξει κατάπτωση.

Έχασα τα δάκρυα της παιδικής ομορφιάς,
της νεανικής αβρότητας,
δεν έχω να προσφέρω πόνου οιμωγή,
στην ανθρώπινη συναγωγή
κανένας οίκτος δεν με κατοικεί,
επιθυμώ να γελάσω κακόβουλα.



II

Ώρες σύνθετες από μόρια φρίκης,
μακρυές ώρες ασχημάτιστου μεγέθους,
κυλάει ο άυλος όγκος απάνω μου,
ματακυλάει σιγά προσεχτικά,
ν’ αποκομίσει τ’ άπειρα ρίγη
απ’ το σώμα μου, να μεγαλώσει πιο πολύ
η ώρα η μεγάλη με την προβολή
της ύλης του εαυτού μου.

Άμορφη μορφή απίθανης αμφιβολίας,
όλες οι πιθανότητες κατοικούν
τις ώρες του φόβου,
μου πήρε την έκφραση του προσώπου μου
ο τρόμος, πιο πολύ να μου επιβληθεί.





ΠΟΙΗΤΗΣ


Θα σταθώ όρθιος στο φως να μιλήσω.
Αφού βρίσκομαι πρέπει να μιλήσω.
Αφού άκουσα πρέπει να μιλήσω.

Μέσα στο φως που με περιέχει
ο αέρας, τα χρώματα, όλα τα σχήματα,
μου δίνουν το σχήμα μου.

Θ’ανοίξω το στόμα μου να μιλήσω,
η ομιλία μου είναι ό,τι μ’ έπραξε
και ό,τι μέλλω να πράξω
γιατί ευρίσκομαι.

Είναι πράξη μου ο ορισμός της ζωής
που ορίζω και με ορίζει.
Καθορίζω τη στάση που με βαστά.

Ας με βοηθήσει ο Θεός μου να τον αναδείξω,
ν’ αποδείξω την εντός μου κατάθεσή του,
τη θέση μου του σώματος να κρατήσω.

Σώμα πολύτιμο, ύλη, δοχείο, κατάσταση της ψυχής,
η υλική μου γλώσσα μιλεί
την άυλη ομιλία μου.

Ποιο είναι το χρώμα απ’ τις λέξεις που ακούω;
Συγχρωτισμός του παντός στην ομαλή συγχορδία,
το σύμπαν εντός μου σε μια φωνή.

Ωσαννά εις τον Κύριον τον μεγαλοπρεπή,
δίνει τα όνειρα που υπερβάλλει
η αδάμαστη πραγματικότητα.

Η ζωή στην αγκάλη απ’ το θάνατο
περιφέρει το βλέμμα τής αναγέννησης
και ο κατέχων το δώρον τής ομιλίας,
ομιλεί τα υπάρχοντα οράματα.


*

Στο κατώφλι του θανάτου αναγνώρισα
την ζωή και μίλησα στον εαυτό μου
δίχως αγανάχτηση.
Καλώς έρχεται πάντα,
ο επανερχόμενος άνθρωπος των ενιαυτών,
ποιο πρόσωπο των προγόνων προσφέρει
στους διαρκείς απογόνους;

Μόρια της μονοτονίας εναλλάσσονται
και παρέρχεται η σταθερή ζωή.

Υπάρχει ο ήχος, ακούεται,
το κενόν γεμίζει της ομιλίας ο ήχος
πολυσχιδής, πολύμορφος, διαφορετικός, ένας.

Άνοιξα το στόμα κι’ άκουσα τη φωνή μου
και τότε κοίταξα τον πλησίον εαυτό μου.





ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ

1ο

Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή.
Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε,
τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό.
τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά,
τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας
γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.

«Εν ανθρώποις ευδοκία».
Βγαίνουν οι άνθρωποι,
λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα
που λάμπει ιώδης και μαύρη,
κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.

Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί
και μιλούν, γελούν κι’ απαντούν ο ένας στον άλλο,
πηγαίνουν ν’ ακούσουν και δεν ακούν
τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους.
Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι,
στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν.
Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.

Αύριο είναι γιορτή,
αύριο είναι διασκέδαση,
αύριο είναι ανάπαψη.
Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται,
πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,
βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.



2ο

Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.

Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ’ τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ’ το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν’ ακουστεί,
για ν’ ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μεσ στη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τ’άστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τ’ακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.



3ο

Γέλια και μιλήματα,
φωνές γλυκές παιδιάτικες,
ψιλές φωνές γυναικείες
και βαρειές αντρικές.
Ακούν όλοι· εκκλησία
τους κλείνει η έκκληση,
καλούν το παιδί
που υπάρχει υπέροχο,
την ασώματη υπερέχουσα ύλη

που το γεννά απείραχτη,
άφθαρτη, αειπάρθενη, διαρκής
παρθένος στους αιώνες των αιώνων.



4ο

Αμήν αμήν λέγω, Κύριε,
συγχώρησε την αδυναμία μου,
χώρον χάρισε στην αδυναμία μου, Κύριε,
με την αδυναμία μου να χωρέσω στην έκκληση
της ψυχής μου. Συγχώρεσε
την σκληρή κατάπτωση,
της σκληρότητας ψυχρής την κατάσταση,
της στείρας ψυχρότητας την κατάκτηση,
της σκληρότατης πτώσης τη στάση,
της ψυχής τη στειρότητα.

Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάραν και την Ελισάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.





Από τη συλλογή «Πορεία» (1940), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, Τόμος πρώτος (1940-1955)», 3η έκδοση, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2000.
Στην εικόνα:
Martin Schongauer, "Η αγία οικογένεια ή η Γέννηση του Χριστού", (περίπου 1475).

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη, "Λιγοστεύουν οι λέξεις"




Από την ενότητα
ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ



ΚΟΧΥΛΙΑ


Αν ερωτεύτηκες σε ρέμα
χείμαρρος
Αν έθαλλες σ’ αγκάθια
θηλιά
Στης λίμνης τη γαλήνη αν βυθίστηκες
θλίψη
Αν σ’ αναχώματα περπάτησες
προσφυγιά
Αν χύθηκες σε θάλασσα
αναχώρηση

Κοχύλια εξορύσσουν
κοιτάσματα φωτός
σ’ υποθαλάσσια ρεύματα





ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


Βρέφος της Άρνισσας κόρη αντάρτη
Χαμένο νήπιο σε οικοτροφείο της Πράγας
Μαθήτρια στο χωριό του Μπελογιάννη
Έφηβη φυγάς στην Ιταλία
Παράνομη πρόσφυγας σε στρατόπεδο στη Ρώμη
Άπατρις δίχως ιθαγένεια στο Μάλμε
Πολίτης του κόσμου πλέον στη Στοκχόλμη
Ζωή εφτά φορές κομματιασμένη
θρυμματισμοί θαμπού καθρέφτη
Εφτά θρυμματισμένα προσωπεία
Με τόσα θρύψαλα
θαμπά γυαλιά καρφιά
πού φως κουράγιο πού
να δέσεις την κοτσίδα μ’ ηλιαχτίδες
Καθρέφτες καθρεφτίσματα
λάμψεις φωταγωγίες
χαμένη υπόθεση
άγνωστες λέξεις





ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ


Λιγοστεύουν οι λέξεις
Μουδιασμένες
λιώνουν στο στόμα
χάπι πικρό
Κόμπος στο λαιμό
με πνίγουν
Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα
μουρμουρητά και κραυγές
ανακούρκουδα καθισμένα
κουνιούνται πέρα δώθε
Θρηνούν
Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν οι λέξεις




Από την ενότητα
ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑΛΟΣ



ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Μόνο οι νεκροί έχουν δει το τέλος του πολέμου*


Θα παίξουμε τον πόλεμο είπαν
Παιδιά που από νωρίς την αθωότητα είχαν απεκδυθεί
Εσείς πολεμιστές και πόλεμος
Εμείς υποκινητές της ήττας ερωδιών και
         κολεοπτέρων
Εσείς δορκάδες διαμελισμένες το τέλος του πολέμου
         θά ’χατε δει
Εμείς ολέθριοι εξολοθρευτές δορκάδων
Δεινοί εκδοροσφαγείς καταπατητές καθημαγμένων
         τόπων
Τη φρίκη του πολέμου θα πουλάμε με κροκοδείλια
         δάκρυα
Θα τη διανέμουμε σε ακριβά παράθυρα



* Φράση του στρατηγού McArthur, αποδίδεται λανθασμένα και στον Πλάτωνα.





ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ Η ΑΓΑΠΗ


πατρίδα μου η αγάπη
το χώμα των δακρύων μας
αρχαίες λέξεις οι λέξεις μου
λέξεις που μου φανέρωσαν τον κόσμο
ψίθυροι ακατάληπτοι στο μοιρολόι μάνας
τόποι που μ’ έδεσαν στις κόγχες τους
εδραιωμένοι μέσα μου μ’ ορίζουν
πατρίδα μου ο ήλιος
η βροχή τα δέντρα τα βουνά
ρίζες βαθιές αρχέγονες
το χώμα που πατάω στέρεα
το χώμα που θα με χωνέψει
πατρίδα μου ο κόσμος
πατρίδα μου η αγάπη





Από τη συλλογή «Λιγοστεύουν οι λέξεις», εκδ. Μελάνι 2017.

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, "Ζητήματα ύψους"





Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει
μία χελιδονοφωλιά του νου·
όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,
διακονία κανονική στο αόρατο.
Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,
φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,
να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια
στον ύπνο τους.
Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά
να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.
Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει
και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού·
διαμελισμένη από στοργή
θα συναντήσετε την καρδιά του
στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,
μπάλα στα πόδια των παιδιών.





ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ


Το μόνο φως μέσα στη νύχτα αυτή η λάμπα·
διανυκτερεύει ο πόνος,
δεν κοιμάται.
Ο φαρμακοποιός φοράει γυαλιά,
διαβάζει συνταγές,
τρίζει τ’ αρθριτικά του δάχτυλα,
σχολαστικά τακτοποιεί κουτάκια,
ονειρεύεται τον κήπο του στο θαλασσοχώρι.
Και φεύγουν ένας-ένας οι πελάτες,
στη σκιά χωνεύονται
κρατώντας παραμάσχαλα
ευπώλητες ελπίδες σε συσκευασία,
το καταπότιo, το σιρόπι, το έμπλαστρο,
άντε να δούμε αύριο τι μέρα ξημερώνει.
Ο κάθε δρόμος κρύβει τις παγίδες του,
κάθε γωνιά τον κίνδυνό της,
μα κάθε γειτονιά έχει μια λάμπα
για πρόχειρες ενέσεις αιωνιότητας,
αναβολές φθοράς και άλλα αναλγητικά.
Και έτσι όπως βαδίζουμε γυρεύοντας,
το μόνο φως μέσα στη νύχτα αυτή η λάμπα
και τ’ άστρα μακριά που λιώνουνε
στα δάκρυά τους τα συντροφικά.





ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ


Μήτρες της άνοιξης υγρές
μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,
τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,
αξίζει το κάλλος την αναμονή του.
Κι εσείς, φίλοι πουλιά μου, δώστε μου
την όρασή σας να κοιτάζω την πλάση,
τη γλώσσα σας να τραγουδήσω δώστε μου
στα πιο ψηλά κλαδιά της κατάφασης.
Μ’ αυτό τ’ αγεράκι σήμερα
να πυκνώσω θέλω το μέγεθος του κόσμου,
να λιώνουν απαλά στα χέρια μου
φρούτα, καρποί, επιδαψιλεύσεις της αγάπης.
Το λέμε τώρα έρωτα
του ουρανού και των άλλων άστρων,
το λέμε υποταγή στην ομορφιά
που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει.
Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή
το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,
άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου
και ροδιού σπόροι οι λέξεις,
τ’ όνομά μου.





ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ


Αγαπητέ μου δόκτορα,
δεν ξέρω εσύ τι λόγους είχες,
καθένας δοκιμάζεται, αλλιώς.
Έλεγα κι εγώ μήπως
για το χατήρι των λέξεων
να παραδώσω την ψυχή μου.
Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται.
Λοιπόν στου άρχοντα του σκότους
τα παλάτια οδηγήθηκα
(και τρέμιζε ο παντεπόπτης άστρο μακρινό),
τι αποτυχία!
Πώς είναι η μοίρα μας εμάς των εραστών
και μέσα στις φωτιές ακόμα,
από τιμές και χρήμα κι ηδονές,
να προτιμάμε μάτια αγαπημένα.
Τα νύχια μας αντί να μεγαλώνουν,
γινόμαστε άκακα αρνιά,
αντί −που κατατρώνε σπλάχνα− γύπες,
γινόμαστε ταπεινά στρουθία.
Και συ άλλωστε,
δόκτορα Φάουστους
−πρώτε που μας δίδαξες−
στου χαλασμού τις φλόγες βουτηγμένος
ξέκλεψες μια αστραπή από φως
κι έτσι όπως το πονεμένο κοίταζες
βλέμμα της Μαργαρίτας,
νοστάλγησες ξανά τον ουρανό.





ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ


Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι ακόμα,
ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό·
θα κοιτώ απ’ το αιωρόπτερό μου
τα φαινόμενα.
Τις μέρες γυπαετοί, στρουθία
και τζιτζικιών θυσία ερωτική·
τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες.
Και μέσα σε υπόγειες τρύπες
φίδια, σκορπιοί,
πάντα αόρατα, καλά κρυμμένα τα επικίνδυνα.
Δε λέει αυτό το δάσος
να δώσει όλα του τα μυστικά,
μπερδεύομαι.
Όμως ο θάνατος απλώνει γύρω,
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση·
ακριβοδίκαια μοιράζει την ποινή.
Και μόνο, εκεί ψηλά, τ’ αστέρια
ρίχνουν ματιές συμπονετικές
και στις γυμνές βραγιές στο χώμα
φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες.






Από τη συλλογή «Ζητήματα ύψους», εκδ. Τυπωθήτω - λάλον ύδωρ, 2015.