Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Έλσα Κορνέτη, "Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί"




*

Απόψε αισθάνομαι υπέροχα
Ονειρεύτηκα πως έβαλα
το δάχτυλό μου
στην τσέπη ενός ιππόκαμπου
και πήρα το χρώμα του βυθού

Μη φεύγεις παράξενο πουλί

Έλα κοντά μου
Κι άμα πεινάς
Θα σου δώσω
Μια φρυγανιά
Την ψυχή μου




*

Οι δυνατοί αναίσθητοι
Φοράνε προβοσκίδες
Έχουν δάχτυλα τσιγκέλια
και μια παρδαλή ουρά
Αποκεφαλίζουν
της φαντασίας τα παιδιά
πριν αυτά ακόμα γεννηθούνε
Στα όνειρά τους
δεν βρέχει μανταρίνια
Ποτέ δεν τόλμησαν να πατήσουν
την ουρά μιας κοιμισμένης τίγρης
κι όμως βρυχώνται
                                                     Το μόνο που φοβούνται
μην τύχει και τους λιώσει
η μεταξωτή παντόφλα
του Αυτοκράτορα




*

Χάρισμα σας οι αηδονοφωλιές
τα ζωντανά πουλιά είναι άχρηστα
χρήσιμα είναι μόνο τα ηλεκτρικά πτηνά
φορούν ρεντιγκότες από pixels και microchips
τιτιβίζουν μέσα σε γαλάζιες οθόνες πιστό μπλε
τ’ ουρανού πιστό μπλε της ημέρας

Τα χρήσιμα ηλεκτρικά πουλιά
κάνουν το βιολογικό ρολόι
να χτυπά σαν απομίμηση ουρανού
σαν φωτεινή απομίμηση ημέρας
για να πετάτε με ανακούφιση προσωρινή
την κάθε μοναχική νύχτα σας
με τα σκουπίδια στον κάδο με το κλουβί
του ωδικού υπολογιστή




Από τη συλλογή «Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί»,
εκδ. Σαιξπηρικόν 2012