Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, "Έγκλειστοι"




ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΙ


Μα πάντα φθάνουν τα γεγονότα,
μας βρίσκουν απροετοίμαστους.
Σαρκοβόρα άνθη
στους κήπους, στους δρόμους,
στις δημόσιες πλατείες παράλογοι θάνατοι.
Υπάρχουν κάτι πρωινά
οι βρύσες μας ποτίζουν αίμα
έτσι η δίψα δε σβήνει, ανάβει
κι η φρίκη μας ζώνει.
Μας ζώνει η φρίκη, μας ζαλίζει
δε βρίσκουμε την έξοδο
ή μας έχουν δώσει λανθασμένες οδηγίες,
στριφογυρίζουμε και μένουμε
στο δωμάτιο
με την άγνοια
ή την υποψία να υγραίνει τις παλάμες.

Και πάντα χωρίς έξοδο.





Η ΔΙΝΗ

                                                 Στον Γ. Ξ. Στογιαννίδη


Όλο κάποιος μας εγκαταλείπει.
Δε μας προδίδει,
ανοίγει μόνο την πόρτα και φεύγει.

Τότε φωταγωγούμε το δωμάτιο,
ξεσκονίζουμε τα έπιπλα,
ανοίγουμε το ραδιόφωνο σε όλη την ένταση.

Με το θόρυβο
τα εκτυφλωτικά φώτα
με το να κρύβουμε στο υπόγειο τις άδειες καρέκλες
προσπαθούμε να καλύψουμε το κενό,
να ξεχάσουμε.

Όμως η πόρτα πάντα ανοίγει
κι η νύχτα παίρνει τη θέση αυτού που έφυγε.
Το κενό όλο μεγαλώνει
ανεβαίνει στην οροφή, κατεβαίνει στο πάτωμα,
στριφογυρίζει,
γίνεται δίνη μας παρασέρνει
στο κέντρο της περιστροφής
και πια δεν ξέρεις
αν είσαι αυτός που έφυγε
ή αυτός που έχει μείνει.





ΜΑΥΡΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ


Σ’ έχω χάσει

Η πλατεία
ένα χέρι ανοιγμένο στη βροχή, στον αέρα
στους ανθρώπους
ένα χέρι που σε κρατάει στο φως
το κεφάλι ριγμένο στον άνεμο
μικρά βήματα σε ομόκεντρους κύκλους,
η προσμονή τελειώνει.

Στην πλατεία,
που κρύβει και συντηρεί τους πεθαμένους
μαύρα περιστέρια κυκλοφορούνε
μάτια κόκκινα από το κυπαρίσσι ψηλά παρατηρούνε.
Τις τελευταίες ελπίδες επισημαίνουνε,
τις ραμφίζουν μέσα από την πράσινη χλόη
και χάνονται ψηλά στο φως.

Μένεις μόνη
μέσα στον θόρυβο και στον αχό
με τις μαύρες σκιές πάνω
στο μέτωπό σου να διαβαίνουνε σύννεφα.

Μόνη
χωρίς προσμονή, περιστέρια κι αγάπη,
χωρίς πόνο,
έρημη, ένα σκιάχτρο
με κίτρινη μπλούζα να σπιθίζει στο φως.





ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Σ’ αυτήν τη μαύρη πληγή
μην περιμένεις να δεις φαντάσματα.
Από το απροσδόκητο αυτό παράθυρο
ο ήλιος μεγαλώνει τα ηλιοτρόπια,
αυξάνει τη χλόη στις βουνοπλαγιές
όπως τα τρυφερά μαλλιά σου.

Στο στόμιο που χάσκει
ανοιξιάτικες μαργαρίτες διαμοιράζουν τα ιμάτιά τους.

Πλησίασε Ιωάννα
τα κουρασμένα από τη περιπλάνηση βήματά σου,
φώναξε, στη μαύρη πληγή, τ’ όνομά μου να κιθαρίσει
στους αρχαίους σταλακτίτες τής προσμονής.
Λίγο ακόμη.
Λίγο ακόμη και θα δεις τον έναστρο ουρανό,
στο απροσδόκητο μαύρο παράθυρο,
με τους γαλαξίες
των παιδικών σου ελπίδων.


                                                     Οκτώβρης 1958 - Απρίλης 1962




Από τη συλλογή «Έγκλειστοι» (1962), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου - Έσχατη υπόσχεση, Ποιήματα 1958 - 2010», εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2016