Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Ελένη Κοσμά, "Φιλιά στη γη"




Ι.


Πριν από σένα
αόρατη με υφαίνει
μία αράχνη.

*

Η αράχνη υφαίνει αόρατο ιστό·
υφαίνει και υφαίνει μέχρις ότου

τον ύπνο παγιδεύσει ενός ασώτου
σε εφιάλτη κυλώντας τον φριχτό:

τον εφιάλτη της αιώνιας πτώσης.
Πώς πέφτουμε από όνειρο βαθύ

σ’ άλλο κι έπειτα άλλο; Έχει στηθεί
όμοια το σκηνικό και μ’ έχει καταπιεί.





ΙΙ.


Όσο κοιμάσαι
τρεμοπαίζουν μέσα μου
τα βλέφαρά σου.

*

Σε είδα χθες, ήρθες σε όνειρο βαθύ
που κάτι θύμιζε από θάνατο και φως,
ήσουν μακριά κι ο άλλος σου εαυτός
με πήρε τρυφερά από το χέρι· αυτή

η εικόνα έχει μέσα μου θαφτεί.
Σε άλλον ύπνο πέφτω ή σε πηγάδι
όμοια βαθύ· και σκοτεινό σαν χάδι−
αλλά έχουμε κι οι δύο πια χαθεί.

Στο σπίτι όπου ξυπνώ έχει στηθεί
παράσταση με σένα και με μένα·
και έχουνε οι ρόλοι αντιστραφεί:

εγώ κοιτάζω αλλού κι εσύ εμένα.
Αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων
που τους σπαράζει η ερημία των τόπων.





VIII.


Ποιήματα και
άνθρωποι αδιακρίτως
σε έρημη γη.

*

Είσαι ένα ράφι στη βιβλιοθήκη μου όπως
την κοιτώ απ’ την καρέκλα μου δεξιά:
ράχες σκληρές, μαλακές, οπισθόφυλλα,
δώρα ασημένια ποιήματα· να ένας τρόπος

να σε νιώθω κοντά. Ένα βιβλίο κι ακόμη
ένα· άλλα μικρά, άλλα μεγάλα (λιγότερα),
καλοδεμένα· από μι’ άλλη ζωή τα περισσότερα,
καλά δεμένη κι αυτή, εάν θες τη γνώμη

τη δική μου. Και τώρα που μείναμε μόνοι,
τα βιβλία σου κι εγώ, λέω να κρυφτώ
στο από κάτω ράφι· και μόλις νυχτώνει

να ανεβαίνω, να σε κοιτώ, να σε σκεπάζω
με ένα μαύρο απέραντο σεντόνι -που να
μπαλώνει τη λαθραία μας μνήμη στα κενά.





Από τη συλλογή, «Φιλιά στη γη», εκδ. Πόλις, 2016