Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Χλόη Κουτσουμπέλη, "Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης"




Από την ενότητα
ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ



ΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΒΡΕΘΕΙΣ

Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
χειμώνα με ομίχλη
και την υγρασία ψόφιο όρνεο
κάτω απ’ το σακάκι
διασχίζεις έρημα χωράφια
και συναντάς μόνο σκιάχτρα
που ριγούνε στο σκοτάδι
και δεν υπάρχει δρόμος
ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
στην ζεστή κουζίνα
με την χύτρα να κοχλάζει
το ξύλινο τραπέζι
την σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι
που μοιράζονται δυο άνθρωποι ποτέ
είναι η μνήμη.




Ο ΣΤΡΟΒΙΛΟΣ


Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματά της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνουν τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.





Από την ενότητα
ΠΟΙΟΣ ΕΚΛΕΨΕ
ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΧΑΝΣ



ΤΑ ΚΟΜΟΔΙΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΝΙΚΟΛΣΟΝ


Άνοιξη του 1828
αποφασίσαμε να αναστηλώσουμε το σπίτι.
Εγώ κρατούσα έναν κουβά με μπλε μπογιά
και με πινέλο έβαφα την μέρα ώσπου νύχτωνε.
Εσύ επισκεύαζες τον ουρανό
και αντικαθιστούσες τα καμένα αστέρια.
Τελικά κάναμε τρία παιδιά
κι έναν ξύλινο κούκλο
με σπασμένη μύτη.
“Σκληρά χρόνια τότε” λες
ενώ επιδιορθώνεις σόλες παπουτσιών.
“Αυτοί ήταν τότε γάμοι” ξεφυσάς
και χτυπάς κάτω το μπαστούνι σου.
Διαρκείας από ξύλο ανθεκτικό,
οι άνθρωποι σαπίζουν μαζί με το κρεβάτι
και τα κομοδίνα με σκαλίσματα
δεξιά και αριστερά.
Γίνομαι κολλαριστή για να με αγαπήσεις.
Ένας αιώνας πέρασε
και ακόμα δεν με κοιτάς
όταν γδύνομαι μπροστά σου.




ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΧΑΟΥΖΕΝ


Ούτε εγώ
ούτε ο αδελφός μου
είμαστε φυσιολογικά παιδιά.
Εγώ τις νύχτες μεταμορφώνομαι σε μαύρη βροχή
αυτός σε χιόνι.
Μισώ την αθωότητά του.
Βάζει το δάχτυλο στο στόμα
συνέχεια κλαψουρίζει,
κάνει ερωτήσεις που ενοχλούν,
ποιος έφαγε την μαρμελάδα
γιατί οι γονείς μας κοιμούνται τόσα χρόνια,
γιατί η κυρία με το άσπρο γιακαδάκι
εξακολουθεί να χτυπά την πόρτα.
Όμως η πιο όμορφη στιγμή είναι
όταν περιμένουμε τον άγγελο να έρθει.
Του φυλάμε πάντα λίγο γάλα και ψωμί
γιατί σ’ αυτή την γη
οι άγγελοι των μικρών παιδιών
πάντα είναι κουρασμένοι.




ΟΙ ΟΚΤΩ ΓΑΜΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΦΕΡΓΚ


Νομίζω πως ήταν η όγδοη φορά.
Πίσω από το αυτοκίνητο,
οι φίλοι είχαν δέσει μικρές φώκιες
έκαναν θόρυβο καθώς κατρακυλούσαν.
Βέβαια από την επανάληψη,
το νυφικό μου είχε ξεθωριάσει
και το γαμπριάτικο κουστούμι είχε λιώσει,
όμως τα παπούτσια σου έτριζαν
στο δάπεδο της εκκλησίας.
Τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα
ήταν το 1904
και θέλαμε να προλάβουμε το 2014
η εσάρπα μου ανέμιζε στην πλάτη.
Φορούσα αθλητικά παπούτσια
αλλά εσύ φοβόσουν τα κορδόνια,
πολλές νύφες την πρώτη νύχτα
τα τύλιγαν γύρω απ’ τον λαιμό τους,
μεμονωμένες περιπτώσεις θανάτου από ασφυξία.
Για να σε καθησυχάσω.
έβγαλα τα κορδόνια
και τα πέταξα μακριά.
Να, είπα θριαμβευτικά, είμαστε τώρα ασφαλείς.
Μακριά από εμάς, είπες τότε,
εμείς είμαστε ταιριαστό ζευγάρι
άρχισες μετά να τραγουδάς για έναν Τζιμ
που έπινε πολύ
μήπως όμως εσύ ήσουν ο Τζιμ Φέργκ
αυτός που έπινε πολύ;
Την στιγμή της σύγκρουσης,
η εσάρπα τυλίχτηκε γύρω από τον λαιμό
κι έπαψα ν’ αναπνέω.
Τελικά κάποιοι γάμοι όσο και να επαναλαμβάνονται,
απλώς δεν είναι προορισμένοι να πετύχουν.





Από τη συλλογή «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», εκδ. Γαβριηλίδη 2016