Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Καίτη Παπαδάκη, "Τρία ποιήματα"




Ανακαίνιση


Καθώς έπλενα σήμερα ρούχα,
σκέφτηκα,
όταν φύγεις,
θ’ αλλάξω όλα τα πλακάκια
− ίσως βάλω κρεμ, γυαλιστερά.
Στο υποσχέθηκα, θα γίνω άλλη.
Θα λειάνω τις αδρές γραμμές μου.
Όμως εσύ,
σε υποσχέσεις δεν πιστεύεις…
(το βλέπω, γύρισες ήδη πλάτη).
Όταν θα φύγεις,
θ’ αγοράσω μια ρόμπα,
θα υποδέχομαι μ’ εκείνη τους τεχνίτες
− μπορεί να βάψω ροζ τους τοίχους −
και θα φοράω ρόλεϋ στα μαλλιά.
Όταν θα φύγεις,
μην αφήσεις γράμμα
πως τάχα ανεκπλήρωτες μένουνε οι αγάπες
και πως πιστεύω, θα τα καταφέρεις,
γιατί στην ανακαίνιση κάπου θα παραπέσει.
Θα το ανακαλύψουν κάποτε τα εγγόνια.
Θα το φυλάξουν σε συρτάρι κλειδωμένο
− κειμήλιο οικογενειακό!
Μα δεν μ’ αρέσουν εμένα
οι εγκλωβισμένες λέξεις.
Γι’ αυτό, όταν θα φύγεις,
μην βγεις από την πόρτα.
Μην μπεις στον πειρασμό
να μου πετάξεις
από τη χαραμάδα δύο λόγια.
Καλύτερα να βγεις από το μπάνιο:
Θα ξεκολλήσεις μερικά πλακάκια,
σιωπηλά στο χρόνο θα γλιστρήσεις,
απ’ το πέρασμα
που ο έρωτας το σκάει.
Όταν ξυπνήσω,
θα ’χει μείνει μόνο η τρύπα.
Θα την αγγίξω σα να σε χαϊδεύω στο κεφάλι.
Τηλέφωνο μετά θα πάρω τους τεχνίτες…
Όταν θα φύγεις,
πάρε όλα τα ρούχα.
Κυρίως το τζιν το μαύρο
που φορούσα.
Κλωστές θ’ αφήνει
στα γυαλιστερά πλακάκια.




Διάλειμμα


Εκείνο το πρωί, θυμάσαι;
Γέλια σούσουρο κυλούσαν βιαστικά.
Πουλί πολύχρωμο, γαντζωμένο στη μαύρη πέτρα
έπινε κι έπινε.
Χαρούμενοι ήμασταν
κάτω απ’ το φως
διχαλωτό άνοιγε ποτάμι.
Λαίμαργα ρουφούσε  φόβους,
σκόρπιζε στα βότσαλα,
στις πράσινες όχθες
σάλιο ανήλικου φιδιού.

Εκείνο το πρωί. Ατέλειωτη άνοιξη.
Οκλαδόν ψαρεύαμε θαύματα.
Ιχθύες ζευγάρωναν αναπηδώντας στα νερά.
Τόσο ερωτευμένοι,
που ο θάνατος  κοκκίνιζε,
κρυβόταν πίσω απ' τα πλατάνια.
Γελούσαμε
όσο τον χάναμε από τα μάτια
το αγκίστρι άρπαζε κι άρπαζε...
Φούσκωνε ο χείμαρρος,
χαμήλωνε ο ήλιος.
«Τις πετονιές, τις απόχες!» γελούσαμε.
Ωρίμαζε το δηλητήριο, ξερνούσε το ποτάμι
χρωματιστά πουλιά και φόβο.

Μα ακόμα κρατούσαν τα μάγια…

Ανεξήγητο, είπες.
Νομίζεις πως δεν υπάρχει θάνατος
− φωλιάζει στα δέντρα −
διάφανα νήματα ρίχνει
στα βράγχια της χαράς.




Αρχές Αυγούστου


                                    Ως πότε η έλξη του μεσημεριού και τα κρυφά μυστικά
                                              του νερού
                                    Θα φεύγουν από μέσα μας;

                                                Δ. Παπαδίτσας, Απ’ το βυθό


Το καλοκαίρι μεγάλωσε και δεν χωράει
σε μια κόλλα χαρτί
να το τυλίξεις
σαν πετσέτα στους ώμους.

Άλλο ήλιο δεν χωράει
αυτός ο βράχος,
που κύματα τον σκάλισαν
για να σου μοιάζει.

Δεν χωράει το φως η μέρα.
Πειρατών βήματα στην άμμο
θρυμματίζουν τις αντανακλάσεις
της μορφής σου.

Το στόμα, τα σκληρά σου γένια
δεν χωρέσανε ποτέ
στο χαρτί που ’χω στα χέρια
στριμμένο σαν χωνάκι
το γεμίζω
κατακερματισμένες λάμψεις
από Περσείδες
και άλλους διάττοντες.



Καίτη Παπαδάκη