Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Πολύνα Γ. Μπανά, "Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων"




                                       Το μόνο που μένει

                                                                                    Στη -δική μου- μνήμη του

Το μόνο που μένει, μετά από λίγο,
                είναι :

1)   Κάποιες ιδιόχειρες αφιερώσεις σ’ εσώφυλλα βιβλίων,
2)   Η μνήμη της φωνής
       (  για κάποιο λόγο, ανεξήγητο,
        σου ’ναι πιο εύκολη από ’κείνη της μορφής  ),
3)    Ένα συρτάρι με κλειδιά,
                                                    ταυτότητες, 
                                                                           ληγμένα διαβατήρια, 
4)   Σκόρπιες κουβέντες 
      ( κυρίως απ’ τα χρόνια που σε μεγάλωνε ),
5)   Σπαράγματα εκφράσεων          -          Ένα βλέφαρο που πετάριζε
                                                                        σε ώρες οριακού εκνευρισμού,
                                                           
            Ένα χαμόγελο που στράβωνε
            σε στιγμές υψίστης αμηχανίας,
                                                           
            Το βλέμμα που χαμήλωνε
            μπροστά σ’ ανέξοδες διαχύσεις
Κι έπειτα ;

Έπειτα ,
                   συνεχίζεις να γελάς,
                                                                   να φιλάς, 
                                                                                             να κοιμάσαι,

και,  πολύ γρήγορα,
έχουν περάσει πέντε και
                                                 δέκα 
                                                               χρόνια

και
δεν τον σκέπτεσαι πια ,

μόνο τον επισκέπτεσαι ανήμερα των γενεθλίων του
(    τα ετήσια μνημόσυνα σε κάνουν να φρικιάς  ,
    τα θεωρείς απόκοσμο εορτασμό του θανάτου
   κι εσύ επιμένεις να τιμάς πάντα τη γέννησή του
  κι ας μεσολάβησε η λεπτομέρεια του θανάτου     ).




    Επιστροφή στη μήτρα

Όταν,
άθελά μου,
τυχαίνει να παρευρεθώ,
σα μάρτυρας, 
σε οιεσδήποτε σκηνές
                                           εντάσεων,
       αντεγκλήσεων,
                                    δριμέων κατηγορώ
                                                  ή
                                                                       απλής ζηλοτυπίας
        ( καθόσον εγώ δεν προκαλώ ποτέ τέτοιες συρράξεις -
                            δεν το επιτρέπει η αγωγή μου
                                  ή μήπως η έπαρσή μου  ;                         ),

τότε,
κλείνω τη μύτη και βυθίζομαι αργά,
στ’ ατάραχο σκοτεινό νερό,
αρνούμενη ν’ αναδυθώ ,
προτού λήξουν οι εχθροπραξίες 
                         κι
απομακρυνθούν όλοι οι τραυματίες

(                       μέχρι σήμερα, στα σαράντα επτά μου,
      η καλύτερή μου επίδοση σ’ αυτήν την κατάσταση άπνοιας
 είναι δυόμισι ώρες, τριάντα τρία λεπτά και πενήντα ένα δεύτερα         ).




Λίαν εύθραυστον

Συχνά,
            ουρλιάζω μέσα μου :

         «Παρακαλώ πολύ,
                                                  φερθείτε μου
                                                 με καλοσύνη,
                                τείνω να γίνομαι χίλια κομμάτια».

Ίσως,
αν τύλιγα, στο στέρνο μου,
μια πλαστική ταινία
         με τη γνωστή επιγραφή  «ΛΙΑΝ  ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΝ»..

Όμως,
ποιος θα με πάρει πια στα σοβαρά
-και-
ποιον θα πείσω,

όταν,
από μικρή,
                                           πάσχισα για την περί του αντιθέτου εντύπωση
και, πλέον, 
επιτυχώς τους έχω ξεγελάσει όλους

για την αδιάτρητη πανοπλία μου
-και-
την  παντός καιρού ανθεκτικότητά μου ;




Καταιγίδα εν κρανίω                                         

Η βροχή συνεχίζει ακατάπαυτα :
μουντή, λασπώδης και θολή,
μουλιάζοντας  -και-  μουδιάζοντας τα πάντα.

Κι αίφνης,
είμαι βέβαιη

-με μια βεβαιότητα αδιασάλευτη -

ότι αυτή κατέρχεται, αποκλειστικά,
μες στο κεφάλι μου :
μουντή, λασπώδης και θολή,
μουλιάζοντας  -και-  μουδιάζοντας τα πάντα.




Σφιγμένα δόντια

Η μητέρα μου πάντοτε έλεγε
πως σαν παιδί έσφιγγα «υπέρ το δέον» τα δόντια :
πολύ πιο συχνά απ’ ότι αναλογεί στο μέσο συνετό άνθρωπο.

Έτσι, ανθιστάμενη, 
πέρασα όλη την εφηβεία .

Μα μεγαλώνοντας,
τα δόντια μου κουράστηκαν
κι έπαυσαν πια να μ’ υπακούν.

     Και τώρα που τα δόντια μου βουβάθηκαν και δήλωσαν παραίτηση
-η γλώσσα, βλέπετε, είχε αποδράσει, για μέρη πιο ζεστά, πολύ νωρίτερα-,
          η μόνη αντίδραση που μου ’μεινε απέναντι στα πράγματα
είναι
         μία σύσπαση κάποιων μυών σ’ ένα υποτιθέμενο μειδίαμα,
          μειλίχιο, στραβό κι άτονο,
      με το οποίο προσπαθώ, κακήν κακώς, ν’ ορθώσω ανάστημα
πλην, όμως,
                          το τελευταίο πάντα υπολείπεται,
                     κατά είκοσι τρεις πόντους τουλάχιστον, 
                     του (εκάστοτε) ύψους των περιστάσεων.




Προδημοσίευση από την ποιητική συλλογή της Πολύνας Γ. Μπανά με τίτλο «Η ΚΑΤΑΦΑΝΗΣ ΕΞΩΣΤΡΕΦΕΙΑ ΤΩΝ ΦΩΝΗΕΝΤΩΝ» που αναμένεται να κυκλοφορήσει, το φθινόπωρο του 2016, από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ.

Στην εικόνα: Edvard Munch, "The Scream", 1893