Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Ορέστης Αλεξάκης, "Νυχτοφιλία"




Σ’ όσους πέρασαν μέσ’ απ’ το στήθος μου
− σαν τον νερό μέσ’ απ’ το μύλο
  


Νύχτωνε
κι ήμουν τόσο μοναχός

που νόμιζα πως ο Θεός
πλησιάζει

*


Ακοίμητος στα στήθη μου
καημός

ο καταποντισμός
του παραδείσου

*



Στη μοναξιά των λέξεων
κατοικώ

στην έρημο των στίχων
ασκητεύω

*



Πόσα ναυάγια μέσα μου χωρούν;

Πόσους νεκρούς η ανάσα μου
λικνίζει;

*


Ο θάνατος
ο πιο
πυκνός
καπνός

ο θάνατος
ο κλίβανος των μύθων

*



Άνοιξη
και τα χώματα σκιρτούν

άνοιξη και τα σώματα
θυμούνται

*



Κι αν τα κρυμμένα μάς
φανερωθούν

πόσοι θ’ αντέξουν τόση
φωταψία;

*


Τώρα κι εσύ
στα δόντια τού καιρού

στην ερημιά τού παγερού
καθρέφτη

*


Μόνος
μ’ αυτό που πάντα σε απειλεί

με τη σιωπή
της αιωνιότητάς του

*


Μες στο μυστήριο του
τυφλού
θεού

στην παγωνιά
της παντοκρατορίας

*



Όπως ο λύκος έτσι κι η ψυχή

στην οιμωγή
στην απεραντοσύνη

*



Μιλώ
γι’ αυτόν που αιώνια καρτερεί

μ’ ένα κερί λιωμένο στην παλάμη

*


Μνήμη συνάζω
μνήμη και σιωπή

στυφή τροφή
για τον βαρύ χειμώνα

*


Πάλι χαράζει εντός μου
παρελθόν

πάλι χιονίζει εμπρός μου
πεπρωμένο

*


Τι σκοτεινός ωκεανός
το φως

τι φωτεινό βασίλειο
το σκοτάδι

*



Ψυχή μου
που αναθρώσκεις στο αχανές

Σώμα μου
που το χώμα σου αποδίδεις

*


Με προσκαλούν τα δάση
των ριζών

οι μαγικές πατρίδες
των μετάλλων

*


Μακριά
πέρ’ απ’ τα τείχη τής σιωπής

ακούω ξανά τον σαλπιγκτή
της νιότης




Από τη συλλογή «Νυχτοφιλία» (1995), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση (1960 - 2009)», εκδ. Γαβριηλίδης 2011