Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Κική Δημουλά, "Ερήμην"




ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ

Είμαι σχεδόν χωρίς επάγγελμα τώρα.

Νεότερη
κατασκεύαζα κυρίως διαμαρτυρίες.
Αλλά και μεταχειρισμένες καταστάσεις
μάζευα
που μεταποιούσα εύκολα
σε πρωτοτυπίες και παραφορές.
Στρωμένη δουλειά.
Ευπορούσα.

Τώρα επιδίδομαι στο άσκοπο.
Ίσα ίσα τα προς το ζην:
επιβαίνω του ανέργου χρόνου μου
κι εκτελώ μικρά δρομολόγια
για λίγη αναδρομή
στα εύκρατα της νεότητός μου
επαγγέλματα.




ΕΡΗΜΗΝ

Σημειώθηκε χθες
διόγκωση της ματαιότητας.
Αυτό, φυσικά,
κανείς δεν το αντελήφθη.
Κανείς απ’ τους ελάχιστους «πλησίον μου».
Μονάχα εγώ
που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου,
σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια,
άφησα να διαφύγει από το χώρο μου
ένα ολόκληρο απόγευμα,
σε μια ρευστότητα αθεράπευτη,
γνωστή,
αλλ’ επιδεινωμένη.




ΕΚΛΕΙΨΙΣ

Παρατηρήσατε το φαινόμενό μου;
Την ολική μου, επιτέλους, έκλειψη;

Είχα ένα ιδιόκτητο διακριτικό στερέωμα,
προσωπικής μου χρήσεως,
που, διατρέχοντάς το,
έγραφα στίχους:
εν ολίγοις διένυα ευπρεπώς τη μοίρα μου.

Χθες λοιπόν,
περί την δωδεκάτην βραδινήν,
χωρίς καμιά ορατή αιτία,
εγώ, ο λυρικός μικρός πλανήτης,
έπαθα ολική σχεδόν έκλειψη.




ΑΓΓΕΛΙΕΣ

Διατίθεται απόγνωσις
εις αρίστην κατάστασιν,
και ευρύχωρον αδιέξοδον.
Σε τιμές ευκαιρίας.

Ανεκμετάλλευτον και εύκαρπον
έδαφος πωλείται
ελλείψει τύχης και διαθέσεως.

Και χρόνος
αμεταχείριστος εντελώς.

Πληροφορίαι: Αδιέξοδον.
Ώρα: πάσα.




ΕΚΣΤΑΣΙΣ

Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι το σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε με το χέρι του
το κρεμασμένο στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.

Ο θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο
ντυμένο ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να ’ρχεται σε μένα.

Κι εγώ κάθομαι
τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.




Από τη συλλογή «Ερήμην» (1958), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Κική Δημουλά - Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα. (Δ΄ έκδοση 2002)