Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Αντώνης Φωστιέρης, "Σκοτεινός Έρωτας"




ΤΟ ΜΑΥΡΟ

Το μαύρο είν’ οι λέξεις
Που πέσανε η μία πάνω στην άλλη
Τα τυπωμένα ποιήματα
Το ένα πάνω στ’ άλλο
Κι όλα τα χρώματα που ζήτησαν εκεί
Το τελικό κρησφύγετο.




ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Περπάτησα ως εκεί που το σκοτάδι
Πυκνό απ' τα φώτα του γυρνάει σε σκοτάδι
Δεν ξέρω πού ήταν που περπάτησα
Ο γνώριμος μεγάλος φόβος η εφηβεία μου
Κρατάει έν’ ανελέητο μαχαίρι
Χτυπάει πρώτα εμένα κι έπειτα
Χτυπάει και σφάζει αλόγιστα γυρνάει τα μέσα έξω
Χύνοντας τα εντόσθια των πραγμάτων καταγής
Ξεσκίζοντας τη σάρκα των ψυχών σας παίζοντας.

Πού είσ’ εσύ ποιος είσ’ εσύ δεν ξέρω πού περπάτησα
Άγνωστοι δρόμοι ελικοειδείς αιθέρια τούνελ
Όλα εκεί αιωρούνται στο στερέωμα
Κόσμοι επάλληλοι ανοίγουνε τα πέταλά τους τρέμοντας
Άγγελοι μ’ αλεξίπτωτο άνωθεν καταβαίνουν.

(Ά τι οδυνηρή ευφροσύνη η ομορφιά
Τι άγρια τραγωδία η τελειότητα).

Μια βόμβα φως εκρήγνυται στο άπειρο.

Πετάγομαι απ’ τον ύπνο μου
Τινάζοντας στον τοίχο τα όνειρά μου
Και να με μέσα σ’ άλλον ύπνο πιο βαθύ
Έχοντας πια ξεχάσει τα όνειρά μου − ή τις αγάπες μου −
Κι επιθυμώντας μοναχά μια λέξη
Να βρω μια λέξη να χωθώ στον κόρφο της
Κατάκοπος απ’ τη ζωηρή ακινησία του ταξιδιού
Σαν τους νεκρούς που περιμένουν να ξαναπεθάνουνε
Κάτω απ’ τη γαλήνια σκέπη του θεού που ελπίζουν.

Τι θέλω τέλος πάντων να συγκινηθώ τι με βαραίνει
Οι άλλοι κολυμπούν στο πέλαγο εγώ βουλιάζω
Κανείς δεν κολυμπάει όλοι βουλιάζουνε
Η βία ταρακουνάει τον πλανήτη μου σα χαλασμένο δόντι
Το χαλασμένο δόντι μου ταρακουνάει εμένα
Κι εγώ ταρακουνάω το δέντρο τ’ ουρανού, να πέσουν τ’ άστρα του.

Πού είσ’ εσύ ποιος είσ’ εσύ δεν ξέρω πού περπάτησα
Δεν ξέρω τίποτα και δε μαθαίνω τίποτα
Αν σ’ αγαπώ είναι γιατί δεν έχω τι να κάνω ή να σκεφτώ
Κι είναι γιατί δε θα σε ξαναδώ στα χρόνια που ’ρχονται
Ούτε στον χρόνο που ’ρχεται μετά τα χρόνια
Κι έτσι μπορώ να πω η ευτυχία μου είναι πλήρης
Όπως εξάλλου όλα στον κόσμο αυτό είναι πλήρη
Μια σταγόνα παραπάνω και ξεχείλισαν
Και θα χυθεί ο αφρός της τρέλας τους.

Καλά κοιμάμαι εδώ καλά ονειρεύομαι
Καλά γυρνάω στους δρόμους άγνωστος μ’ αγνώστους
Κι αν ήταν κάτι να μπορούσα να πιστέψω θα ’μουν άτρωτος
Να το λατρέψω ν’ αφοσιωθώ
Κι όχι ν’ ανεβοκατεβαίνω μάταια
Στα παγωμένα υπόγεια των αιώνων
Να στήνω μες στην ησυχία αυτί στο βόμβο των πραγμάτων
Άχρηστα πράγματα χιμαιρικά παράλογα
Πριν έξι εφτά χιλιάδες χρόνια θα ’μουν άλογο
Να κλαίω στον λάκκο του κυρίου μου
Και τώρα κλαίω γι’ αυτό που χάθηκε και δεν το ξέρω
Κι ούτε που θέλω να το μάθω − είμαι πλήρης.

Σκοτάδι αστραφτερέ καθρέφτη μου
Μέσα σου ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι
Μες στο στομάχι σου ήχοι και χρώματα όλα χωνεύονται
Μέσα σου λιώνω εξαχνούμαι χάνομαι
Σκοτάδι εκτυφλωτικό μου φως
Είσαι το σύμπαν πριν απ’ τη γέννηση και μετά θάνατον
Άρα είσαι το σύμπαν κι εν ζωή   μέσα σου χάνομαι
Είσαι το τίποτα γυμνό κι είμαι το τίποτα
Μέσα σου χάνομαι.




ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το πούλμαν προχωράει βουίζοντας
Αλέθοντας τα δευτερόλεπτα σ’ αέρινα άλευρα.

Τέρας μου μυθικό
Ό, τι φοβάμαι κι ό, τι σέβομαι είσ’ εσύ
Που καταπίνεις τις λευκές γραμμές
Στη λυσσασμένη άσφαλτο –
Η νύχτα ενσαρκώνοντας τον έναστρο χρόνο.

Ετούτη η λεωφόρος προεκτείνεται
Σε μια γραμμή χαμένη στο αχανές
Γύρω οι σφαίρες κι οι μικροί πλανήτες παίζοντας –
Η νύχτα ενσαρκώνοντας τον έναστρο χρόνο.

Τρέχω με ιλιγγιώδη ακινησία προς το μέλλον
Στα μακριά μαλλιά μου σύννεφα κι αστέρια
Σίφουνας οι αιώνες μέσα μου περνάνε
Παγωμένο ρεύμα –
Πλάι μου επιβάτες κοιμισμένοι πάνε.




Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Τίποτα τίποτα από σένα πια ουρανέ
Απ’ όπου πιάστηκα γκρεμίστηκα με κρότο
Απ’ την αέρινη σκεπή σου με τα όστρακα
Τη σκουριασμένη αρμαθιά των άστρων σου·
Ένα φεγγάρι δυσανάλογο ανατέλλει μέσα μου
Ογκώνεται επικίνδυνα στις κορυφογραμμές μου
Θα βγει πανσέληνος συντρίβοντάς με.




Η ΑΠΟΓΕΙΩΣΗ

Είσαι στο βάθος και σ’ ακούω που τραγουδάς
Είν η σπασμένη η ξεχασμένη πια φωνή σου.
Τις νύχτες έρχεσαι στον ύπνο μου αγρυπνάς
Χτυπούν οι έλικες στην απογείωσή σου.

Σε σάπιο φως πετούν πουλιά που είχα πολύ
Στον πρώτο θάνατο στην πρώτη μου ζωή αγαπήσει
Κι είσαι κι εσύ μαζί μ’ αυτά η ανατολή
Που είχα ελπίσει πίσω από τη δύση.

Αφρός σκοτάδι κι αίμα χύνεται απ’ το φως
Χύνεται ο ήλιος κάποτε που λιώνει
Στις ζωηρές φωνές μας ο καιρός είναι κουφός
Και κάθε ποίημα αρχίζει και τελειώνει.





Από τη συλλογή «Σκοτεινός Έρωτας» (1977), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Αντώνης Φωστιέρης - Ποίηση, 1970-2005», εκδ. Καστανιώτη 2008