Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Γιώργος Χριστοδουλίδης, "Πληγείσες περιοχές"




ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Ο πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα
      της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα
      και ρακένδυτα
− στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.
Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα ’χανε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Τα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
− ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.

Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.




OΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ

Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
— πολλών ήσυχων ημερών.




Η ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Ο ερχομός της στην πόλη
έφερε δονήσεις
που προκάλεσαν διακοπές
στην ηλεκτροδότηση της λήθης
της λήθης του έρωτα
και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση
πολυκαιρισμένων συνηθειών
ενώ οι λάμψεις
που προείκαζε σε προπορευόμενους ορίζοντες
στην αντανάκλαση μελλοντικών αιώνων
πολιορκούσαν απροσδόκητα
το εικονικό φρούριο του.
Εκείνες τις μέρες λοιπόν
που ήξερε ότι δεν θα είναι πολλές
όπως ένα πιάτο τριαντάφυλλα
που ρευστοποιούνται σε συναισθήματα
απέφευγε να πλησιάζει
τα ψηλά παράθυρα των πάνω ορόφων
τους φωταγωγούς που μέσα τους
η παιδική περιέργειά μας
σκοτώθηκε πολλές φορές
τις ταράτσες του ουρανοξύστη αδύνατου
με την ουρανομήκη σιωπή των ευρισκόμενων
σε απρόσιτες κορυφές
όλα εκείνα τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων
που τα επινόησαν
όσοι λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν
και που χωρίς να καταλάβεις
έχεις ήδη ενσωματωθεί
στην κυριαρχία του βάθους τους
όταν με πετρόχτιστη αδιαφορία
συχνά ενθαρρύνουν
μια διαδοχική σειρά
σχεδόν πραγματικών σου πτώσεων.




ΜΠΛΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Τώρα γράφω μπλε ιστορίες
μου είπε η Αγγέλα.
Πρώτα έγραφα κόκκινες
όμως με τον καιρό κουράζονται τα χρώματα
κι αφήνουνε το βάψιμο στις λέξεις.
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους:
Πριν σαπίσουν νομίζουν ότι αλλάζουν.
Υποψιάζομαι ότι αυτή η ιστορία θα τελειώσει
      σε αναπόφευκτο γκρίζο
σαν θλιμμένη παρέλαση βετεράνων
που μόλις σιγήσει η μπάντα
τους ρίχνουν πίσω σε μισοσκαμμένους τάφους.
Αλλά πες μου, σου αρέσουν;
Μου αρέσουν, της είπα.
Εγείρουν τις αισθήσεις ένα μέτρο πάνω από τη γη.
Όση δηλαδή είναι η απόσταση χώματος-ουρανού
αν την έχεις διανύσει χιλιάδες φορές.





Από τη συλλογή «Πληγείσες περιοχές», εκδ. Μελάνι 2016