Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Ηλίας Κεφάλας, "Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε"




Α΄
ΜΙΚΡΕΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ


ΙΕΡΕΙΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Έχει καιρό να βρέξει. Το χώμα στέγνωσε.
Τα φύλλα εκλιπαρούν την κίτρινη φωταύγεια.
Και ο άνεμος θερμός μας ψιθυρίζει
Ειδήσεις από μακρινά ναυάγια.
Μα ποιος ακόμα τα νομίζει μακρινά;
Γι’ αυτό σε θέλω τώρα. Αυτήν την κρίσιμη
Στιγμή ακριβώς, χωρίς αναβολή. Τώρα.
Κρυφή κι αμίλητη να κυριεύσεις τη ζωή μου.
Όπως ιέρεια του φθινοπώρου
Που βάζει τάξη στο ρίγος και την έξαρση της γης.
Πέσε – κρυφή – σαν ξαφνική βροχή στην ξηρασία μου
Επιθυμημένη βαθιά και αξόδευτη από αιώνες.
Ιέρεια σεπτή με όλους τους ανέμους
Ν’ αναστατώνουν τα μακριά μαλλιά σου.
Και με την όψιμη ευωδιά των λουλουδιών
Στα ιαματικά σου δάκρυα να αντιλάμπεις.
Αμίαντη όπως πάντα να προσέρχεσαι
Εντός μου.




Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΡΤΑ

Δεν είχε μείνει τίποτα από το σπίτι των προγόνων
Παρά μονάχα η παλιά του πόρτα γκρεμισμένη
Και σαπισμένη καταγής
Με σφηνωμένο ακόμα το κλειδί
Τα σκουριασμένα σπλάγχνα της να δένει
«Εγώ είμαι πάντα εδώ» μου φάνηκε πως είπε
«Εδώ, ανοίγοντας και κλείνοντας συνέχεια
Διευκολύνοντας κρυφά τους προσερχόμενους
Φυλάσσοντας τα μυστικά του χώρου
Η είσοδος είναι πάντα μια είσοδος
Δεν σταματά να λειτουργεί
Δεν καταργείται εύκολα
Ξέρεις εσύ τι νόμος είναι η συνήθεια
Γι’ αυτό μη με κοιτάς που ατενίζω τ’ άστρα
Ούτε που σπρώχνει η πλάτη μου το χώμα
Γιατί μονάχα τώρα από κει πάνω
Και από τα τρίσβαθα εδώ κάτω
Έρχονται αυτοί που θέλουν να περάσουν».




ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ

Πολλοί αγαπούν και όλοι σχεδόν
παρομοιάζουν τις αγαπημένες τους με άνθη:
ρόδο μου κόκκινο, μικρό γαρύφαλλό μου,
λουλούδι της παιώνιας, μενεξέ μου
και άλλες τέτοιες ευωδιαστές
και διαχυτικές πολυχρωμίες.
Όμως τώρα − εδώ, εδώ, μπροστά σου −
εγώ είμαι που αγαπώ
κι εγώ προσαγορεύω σε καλή μου
μ’ αυτό το αθέατο λουλούδι.
Όχι για την οσμή και τη θωριά του
όχι για την καλή του κόσμου μαρτυρία
αλλά για το σπαραχτικό του όνομα:
«μη με λησμόνει».




Β΄
ΠΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΠΕΡΑ ΚΑΜΠΟΥΣ


ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΡΕΧΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΣΟΥ. Θροΐσματα πυκνά πάνω στα φρύδια σου και από τα μάτια σου πηγάζουν ποταμοί. Σκέφτομαι κάπου ν’ απαγκιάσω, σ’ αυτό το μεταξένιο σύθαμπο. Όμως φυσάει ξαφνικά ο πίσω άνεμος, αυτός που αναγυρίζει όλες τις σκέψεις. Και τώρα να τα τ’ άμυαλα πουλιά με σπρώχνουν στα ραγίσματα της νύχτας. Χιονίζει και σφυρίζει και με πιάνει πανικός. Μια βάρκα βγαίνει ξάφνου σκοτεινή με πλώρη προς τον ουρανό. Μα, Θεέ μου, μόλις είχα βρει παράδεισο, φωνάζω, γιατί με παίρνει ο όλεθρος. Όσο κι αν φεύγω, όσο κι αν γλιστρώ, τα λόγια μου περιπαθή και αμετάκλητα, πέφτουν εδώ στα πόδια σου και μένουν καρφωμένα. Σαν άστρα παγιδεύονται στην έλξη σου, για ν’ απωθούν το χάος. Αν μαραθώ, ψάξε με μες στα φύλλα των μονοπατιών. Όπου θα δεις φεγγοβολή, εκεί θα ψιθυρίζω.




Γ΄
Η ΥΓΡΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ


ΤΟ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΔΕΝΤΡΟ

Στην άκρη της πόλης στέκεται ένα δέντρο λυπημένο.
Με τα στερνά του φύλλα ψιθυρίζει ολημερίς
Τις αεροπλεγμένες προσευχές του.
Κι ένα μικρό παιδί κοντά στις ρίζες του
Ψάχνει το τόπι του και κλαίει.
Κρυώνει το μικρό παιδί
Και με κοφτά αναφιλητά
Τα παγωμένα φύλλα κάτω αγγίζει.
Πατέρας ακόμη δεν το ζήτησε
Και μάνα δεν έβγαλε φωνή να το καλέσει.
Όμως εγώ κοιτώ βαθύτερα και πέρα-πέρα βλέπω
Πως το μικρό παιδί είναι ο ποιητής του αύριο
Που τώρα απλώς το δέντρο αφουγκράζεται
Μαθαίνοντας τη γλώσσα και τα όνειρά του.
Δεν κλαίει για το τόπι του
Ούτε και για το κρύο απόγευμα του Δεκεμβρίου.
Κλαίει γιατί θα χρειαστούν πολλοί λυγμοί
Το μέλλον του να στήσουν.




Δ΄
ΦΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΕΣ


Η ΠΟΙΗΣΗ ΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

στον Αντώνη Κάλφα

Α.

Ποίηση είναι η ορμητική διάθεση τού να θέλεις να αντλήσεις δια μιας το ανεξάντλητο.
Ποίηση είναι η σκοτεινή διάθεση τού να θέλεις να επιστρέψεις χωρίς να ξέρεις πού.
Ποίηση είναι ένας χώρος αδιάστατος και όμως μπαίνεις. Όσο πιο αργά βγεις τόσο και πιο πολύ αιωρείσαι.



Β.

Η ποίηση μονίμως σε καλεί· όμως λίγες φορές ακούς και πας· κι ακόμα λιγότερες φορές τη βρίσκεις· αλίμονο όμως αν δεν πας ποτέ.
Η ποίηση είναι διάθεση. Γι’ αυτό και προηγείται πάντων.



Γ.

Ποίηση είναι αυτή η αθέατη δύναμη της συνέχειας σε κάθε τι το οριστικά περαιωμένο.



Δ.

Ποίηση είναι η χώρα του ποτέ μέσα στο κάποτε και του κάποτε μέσα στο ποτέ.
Ποίηση είναι αυτό που κοιτάζεις χωρίς να το βλέπεις κι αυτό που βλέπεις χωρίς να το κοιτάζεις.
Ποίηση είναι αυτό το μαύρο μέσα στο μαύρο, που εν τούτοις διευθύνει όλες τις αναδύσεις των χρωμάτων.
Ποίηση είναι η αόρατη κουκίδα της αφετηρίας για ό,τι ξεκίνησε και έφτασε και δεν νιώσαμε ακόμα πώς και πού μας άγγιξε.
Ποίηση είναι κι αυτό που δεν έφτασε, αλλά γνωρίζουμε πώς και πού θα μας αγγίξει, όταν φτάσει.



Ε.

Δίπλα σε κάθε σκέψη στέκεται η Ποίηση για τη διαψεύδει.
Τι είναι Ποίηση; Όποιος την εννόησε δεν ξαναμίλησε ποτέ.




Από τη συλλογή: «Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε», ΡΟΕΣ, 2010

Σχέδιο εξωφύλλου: Παυλίνα Παμπούδη