Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Ανδρονίκη Δημητριάδου, "Ημερολόγιο"




ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ


ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ:

Περπάτησα πάνω σε θάλασσες Αυγουστιάτικες και κατέληξα να κοιμάμαι κάτω από φτέρες του Απρίλη. Κανείς δε μου ’πε πως τα όνειρα βγαίνουν αληθινά.


ΟΚΤΩΒΡΗΣ:

Τα δέντρα φυλλοροούν στα βήματά μου. Ακολουθώ το μονοπάτι που οδηγεί σε κατάρτι. Λύγισε κάτω από το βάρος των καρπών της αδιαφορίας.


ΝΟΕΜΒΡΗΣ:

Εξόκειλα πάνω σε ξερονήσι. Τα γλαροπούλια χαιρετούν τους βοριάδες της θλίψης. Μίλησα με τον άνεμο. Μου είπε πως θα ’ρθουν χειμώνες αγέραστοι.


~*~


ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ:

Δαγκώνω έναν ήλιο παράφρονα. Φτύνω τα κομμάτια του κατάμουτρα στον καθρέφτη. Οι λίμνες δακρύζουν κρύσταλλα από σπέρμα. Κοιμήθηκα και ξύπνησα χλόη.


ΓΕΝΑΡΗΣ:

Ήρθαν οι φίλοι ν’ αποχαιρετήσουν τις μέρες μου. Ήταν σάπιες, νωθρές. Τις κήδεψα κάτω από μια κυδωνιά. Με τα άνθη της, θα φτιάξω λικέρ να το πίνουμε, όταν θυμόμαστε.


ΦΛΕΒΑΡΗΣ:

Έγειρα πάνω στο τραπέζι, το κεφάλι χωμένο στους αγκώνες. Δεσποτικοί οι κότσυφες με προστάζουν κατάχαμα. Κάθε που ξημερώνει, μουσκεύω πρόσφορα στο αίμα. Κάθε που βραδιάζει, τα σερβίρω πάνω σε δίσκο μονόφθαλμο.


~*~


ΜΑΡΤΗΣ:

Οι θημωνιές μου κρατάνε κακία. Τις περιφρόνησα και έγιναν βάτοι αυτοαναφλεγόμενοι. Καίγομαι, όταν τους προσπερνώ. Άλλη φορά θα υπακούω στον κώδικα μαζικής υστερίας. Αυτή τη φορά, θα πληρώσω την κλήση.


ΑΠΡΙΛΗΣ:

Ξεκουράστηκα δίπλα στο μνήμα της θάλασσας. Έφερα και καλούδια να κεράσω τα πεθαμένα αηδόνια. Ύστερα, τραγούδησα ένα κύμα σε ήχο μετωπικό. Η καμπάνα αυλόπορτα στον ίσκιο κρατούσε το ίσο.


ΜΑΗΣ:

Μεσημέριασε και τα παράθυρα ξέμειναν από φως. Το τζουκ μποξ στη γωνία χάσκει εκλιπαρώντας κάποιο νόμισμα της χαράς. Θα του ρίξω κλωτσιά στα αχαμνά και θα το βάλω να παίξει. Το ίδιο δεν έκανε κι ο χρόνος μαζί μου;


~*~


ΙΟΥΝΗΣ:

Αγέλαστος. Η φωνή του ασθμαίνει βαριά. Έχει γενειάδα από σύννεφα και κραδαίνει απειλητικά το δρεπάνι στο χέρι. Με τόση ζέστη, γιατί κάλυψε το κεφάλι; Για να μη δω τα μάτια του, όταν θα με φιλά.


ΙΟΥΛΗΣ:

Ξεκίνησα ξυπόλυτη για την κορυφή. Ο αστραπόγιαννος, κρυμμένος ανάμεσα στα βράχια, ακούει τις κραυγές μου. Δεν θα σιωπήσω. Δεν γεννήθηκε ακόμα η θάλασσα που θα με ταξιδέψει.


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ:

Τα κεράσια έγιναν χαλίκια κάτω από το δέρμα. Αδημονώ να ξεριζώσω ό,τι έχει απομείνει. Χορεύω καστανιέτες με τις μασέλες των προγόνων. Ροκάνισαν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μου. Θα τους προσφέρω ένα πηγάδι να ξεδιψούν κάθε τόσο.


~*~



Στην εικόνα: Αντίτυπο από το «Ημερολόγιο της Γαλλικής Δημοκρατίας, έτος 2ο (ή 1793)», Ιστορικό Μουσείο της Λωζάνης.