Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Γιώργος Γκανέλης, "Εκτός εαυτού"




ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Λίγοι άνθρωποι με πίστεψαν:
Ο μεθυσμένος παλαιοπώλης
Ο σταθμάρχης των τρένων
Και μια ξυπόλητη γυναίκα.
Ο πρώτος γιατί του αγόρασα
Όλες τις διεγερμένες μνήμες
Ο δεύτερος επειδή με είδε
Να ξαπλώνω πάνω στις ράγες
Και η γυναίκα διότι λέει
Κατασκευάζω θλιβερές εικόνες
Πάνω στη γυμνή άσφαλτο.

Εγώ όμως δεν τους πιστεύω
Το μόνο που ακόμα καταφέρνω
Είναι να ξυπνώ τα μεσάνυχτα
Και να καρφώνω στο χαρτί
Τα δυο μου χέρια.




Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Ο καλός στρατιώτης
Πάντα έτρωγε χωρίς πιρούνι
Τους καλούς τρόπους ευγενείας
Τους είχε μόνο για τον πόλεμο.

Ο καλός στρατιώτης
Τις εντολές εκτελούσε  σιωπηλός
Αλλά τις νύχτες στη σκοπιά του
Έπιανε κουβέντα με το φεγγάρι.

Ο καλός στρατιώτης
Πάντα πυροβολούσε τις λέξεις
Όταν όμως έπεφτε σιωπητήριο
Ξέθαβε νεκρά ποιήματα.

Ο καλός στρατιώτης
Μάθαινε το ρυθμό του βηματισμού
Μα σαν έμπαινε η άνοιξη
Παραπατούσε από έρωτα.

Ο καλός στρατιώτης
Σκότωνε κάθε μέρα το χρόνο
Και τη στιγμή που απολύθηκε
Νόμιζε πως είχε πεθάνει.




ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Παραδόξως σκέφτομαι πως έγινα πουλί
Κι άρχισα να περπατάω στον ουρανό.
Στο δρόμο μου συνάντησα ανθρώπους
Πάνω σε ποδήλατα να τρέχουν
Αποφεύγοντας με ζικ ζακ τα σύννεφα
Σκυλιά με κεφάλι φεγγαριού
Που μόλις είχαν σχολάσει
Απ’ τα εργοστάσια της κόλασης
Κι έναν επαίτη σε μια γωνιά
Να μετράει άστρα απ’ το καπέλο του.

Νόμιζα πως ήμουν νεκρός
Πως είχα χάσει την οπτική επαφή με τη γη.
Δεν μπορεί, λέω, κάποιος δαίμονας θα με εξαπατά.
Αλλά σε λίγο είδα τον πατέρα μου να πλησιάζει
Βγαίνοντας μέσα απ’ τη φωτογραφία
Νέος κι αγέρωχος σαν έφηβος
«Τι θέλεις εδώ;» μου είπε
«Τίποτα, ήρθα να σε επισκεφτώ
Δεκαπέντε χρόνια λείπεις
Και νόμιζα πως έγινες πουλί».




Από τη συλλογή «Εκτός εαυτού», εκδ. Στοχαστής 2015