Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Αλεξάνδρα Μυλωνά, "Νεκρές πια;"






ΝΕΚΡΕΣ ΠΙΑ;


Εκεί που οι ψυχές συναντιούνται

Μενύχτα

Έπιασε ένας αέρας ξαφνικά εκεί που της μιλούσα κι άρχισαν να χτυπάνε τα τζαμάκια δυνατά τ τ τ τ τ τ τ τ τ. Χτυπούσαν τα τζαμάκια πάνω στο κρύο μάρμαρο, έλεγα πως θα σπάσουν τόσο λεπτά που είναι, θα θρυμματιστούν και θα στροβιλίζονται έπειτα γύρω τριγύρω στον αέρα κομμάτια γυαλάκια μαζί με πέταλα ξεραμένων λουλουδιών και φύλλα μέχρι που κάποιο γυαλί θα τρυπώσει στο μάτι μου και θα το σκίσει∙ να το ματώσει, που από τότε που έφυγες και μετά ένα δάκρυ δεν έχυσε, το άτιμο. Ποιος είπε πως έχει ησυχία στα κοιμητήρια;

Στο μυαλό μου ορμάνε σκόρπιες εικόνες από παλιά.
Τότε που με κοίταξες ανασηκωμένη στο κρεβάτι της κλινικής με υπερήλικο θυμό στο αποστεωμένο σου πρόσωπο και μου ’πες «Φύγε! Ποια είσαι συ που με παιδεύεις και δεν αφήνεις τον άλλο να έρθει…». «Ποιον άλλο, μαμά;». «…να με πάρει επιτέλους!».
Τότε που φορούσες εκείνο το αφόρητα στενό τζιν με την καμπάνα και τα τακούνια σου χοντρά, τακ-τακ, τακ-τακ, τακ-τακ, να χτυπάνε το παρκέ στα πενήντα σου σε μια προσπάθεια να συγκρατήσεις τη νιότη σου που έφευγε, που το ’βλεπες, που ’χε αρχίσει να φαίνεται για τα καλά το στράφι που πήγαινε η ζωή σου –χωρίς άντρα πια και χωρίς δουλειά, έξι χρόνια μετά τη μεταπολίτευση.
Τότε που ντυθήκαμε καρναβάλια φορώντας σεντόνια και παλιά ρούχα και πήγαμε στους γείτονες στον κάτω όροφο της Γκύζη χορεύοντας. Ήθελες να γελάσουμε λίγο, να χαρούμε κάπως μέσα στη χούντα που όλα απαγορεύονταν, να διώξουμε για μια βραδιά τον φόβο –μικρή ήμουν εγώ, τέσσερα, πέντε...
Τότε που σε πάλευα στη μέση του δρόμου για να συνέλθεις από την κρίση την επιβαρυμένη από τη δυσλειτουργία του θυροειδή και την κλιμακτήριο. Γονάτισες μπροστά μου –θυμάσαι;– κι έκλαιγες και με παρακαλούσες να μη μιλώ, να μη λέω τίποτα μέσα στο σπίτι, κιχ να μη βγάζω, μόνο για τ’ απαραίτητα να κουβεντιάζουμε. «Γιατί;» Σιωπή. «Γιατί;» «Γιατί έχουν γεμίσει τους τοίχους με μικρόφωνα και μας ακούνε και θα μας κάνουν κακό». «Ποιοι, μαμά;». Σιωπή. «Τι κακό, ρε μάνα;» Σιωπή. Αβάσταχτη. «Μίλα, γαμώτο». Σιωπή. «Μίλα!». «Μεγάλο κακό, παιδί μου, δεν ξέρεις εσύ, δεν φαντάζεσαι». Σιωπή. Οριστική. Κι εγώ φούντωνα, γιατί δεν έβρισκα το κλειδί ν’ ανοίξω την πόρτα της φυλακής σου –ούτε και έσπαζε η ρημάδα–, γιατί οι εποχές είχαν αλλάξει από το ’81 και μετά και συ τον χαβά σου –κολλημένη εκεί, στο παρελθόν, καμένη από έναν άφατο τρόμο–, γιατί δεν ήξερα, αφού εσύ ...δεν μου μιλούσες.
Δεν ήξερα πως σου βάλαν εσένα μικρό παιδί τριών χρονών το όπλο στον κρόταφο να μαρτυρήσεις πού ήταν κρυμμένος ο πατέρας σου με τις προκηρύξεις και συ δε μίλησες, δεν είπες πως έστεκε πίσω απ’ την πόρτα, δεν πρόδωσες, βλέμμα δεν σου ξέφυγε. Δεν ήξερα για την άγρια σφαγή του θείου σου –εφιαλτικό οικογενειακό μυστικό– που σηκώθηκε με νύχτα να πάει στο χωράφι και τον πιάσαν οι ταγματασφαλίτες και τον διαμελίσαν στην αυλή του σπιτιού του, κάτω στο χωριό, επειδή ήταν αριστερός κι αυτός –λες και μπορούσε να κάνει αλλιώς– και τον άκουγαν οι δικοί του να σφαδάζει καθώς τον πετσοκόβαν κι όταν ξημέρωσε καλά τον βρήκανε ζεστό νεκρό, πεταμένο μέσα σ΄ ένα τσουβάλι. Δε μου ’πες για τη δική σου εξορία από την αγκαλιά των γονιών που στάλθηκαν και οι δυο εξόριστοι στο νησί, δε μου ’πες πόσο σου στοίχισε εσένα αυτό, να μεγαλώνεις μόνο με το χάδι της ερημωμένης γιαγιάς, το υφασμένο με τον πόνο. «Κλω, κλω, μακριά κλωστή η ζωή...»
Η παιδική σου φίλη, η Κούλα έσπασε και μου τα είπε όλα στην κηδεία.
Α, ξέρεις, ποιον γνώρισα τις προάλλες; Εκείνον που πουλούσε παπούτσια στην Ερμού στη δεκαετία του ’50. Μου ’χες μιλήσει για το μαγαζί, για το λούσο της βιτρίνας του –νομίζω. Τυχαία βρεθήκαμε σε μια γιορτή, πώς έγινε και έδωσα γνωριμία σ’ έναν διπλανό του και μπήκε στην κουβέντα κι αυτός. Σε θυμόταν, μου είπε, πεντακάθαρα, που πήγαινες τριζάτο κορίτσι και χάζευες τα λουστρίνια – πού λεφτά για ν’ αγοράσεις... Δεν μπορούσε, μου είπε, να πιστέψει πως έχεις πεθάνει.
Πέθανες, όμως; Όχι, δεν είμαι σίγουρη, όχι. Δεν το δέχομαι. Ζεις μέσα μου, γι’ αυτό μάλλον δεν κλαίω, ζεις μαζί μου κι αυτό μου δίνει δύναμη την ίδια στιγμή που με τρώει και με φοβίζει κιόλας.

Μαμά, ήρθε που τον περίμενες, ήρθε και σε πήρε. Και σκέφτομαι έτσι που στέκομαι αμήχανη μενύχτα εδώ πως μπορεί μ’ αυτόν τον αέρα, μπορεί και να τον δω να σε σηκώνει ψηλά από το μνήμα για να σε χορέψει, να χορέψετε μαζί, Κλειώ, έναν αέρα χορό ανάλαφρο σα μια νιφάδα χιονιού, ένα λίκνισμα ψυχής χωρίς καημό και μαράζι πια, μεφώς μέσα στη νύχτα. Τ τ τ τ τ τ τ τ τ, τ’ ακούς τα τζαμάκια; Μαμά μου, να ετοιμάζεσαι.






Μεφώς

Βγήκε η κουτσή γιαγιά από το μνήμα στις έντεκα το πρωί, μόλις έβρεξες με λίγο νερό το χώμα που τη σκέπαζε. Πέταξε με τ’ άσπρο νυχτικό της κι άρχισε ανάερη και χαρίεσσα, άρχισε να χορεύει και να τραγουδά:

«Ίβαλα ίβαλα ωωω,
πάμε γιαλό γιαλόόό,
ίβαλα ίβαλα ωωω,
μόνο εσέν’ αγαπώώώ (1)»

− Πάω, σου είπε.
− Πού πας, γιαγιά;
Α Paris! (2)

Από τότε που τη χτύπησε η αρρώστια, είκοσι τέσσερα χρόνια μέχρι τον θάνατό της τον περσινό Σεπτέμβρη, καθηλωμένη σε μια πολυθρόνα ήταν, τσαλακωμένη γυναίκα, προδομένη από το ίδιο της το κορμί, με τα μάτια της κάθε μέρα να σβήνουν όλο και πιο πολύ, μέχρι που σταμάτησαν πια να κοιτούν έξω –δυο τρύπες έγιναν τα μάτια της που έχασκαν, δυο πληγές χαίνουσες που άνοιξε ένα βουβό παράπονο, δυο απύθμενα πηγάδια απ’ όπου της έφευγε λίγο λίγο, λίγο λίγο λιγουλάκι η ζωή.
 Θέλω.
 Τι θέλεις;
 Θέλω να σου πω…
 Τι, γιαγιά;
 Ηvalaaa (3), σου είπε στ’ αυτί μ’ έναν ψίθυρο χάδι και αμέσως βούτηξε ανάλαφρη ψηλά, στις θάλασσες τ’ ουρανού.
Έπρεπε να πεθάνει η Περιστέρα, για ν’ αναστηθεί. Για ν’ αναχωρήσει χαρούμενη και λεύτερη πια απ’ τα δεσμά της ανίατης χωλότητας γι’ αλλού, για ένα ταξίδι άφατο όνειρο ζωής, φως πια κι αυτή στην πόλη του φωτός, φως.
(Ποιος είπε πως ένα θαύμα δεν γίνεται πρωί; Γίνεται όποτε θέλει, όποτε εσύ είσαι εκεί για να το δεις. Εσύ που τη φρόντισες περισσότερο απ’ όλους, κι αυτήν και το σακατιλίκι της. Εσύ, η Σερβίδα γυναίκα που της δρόσιζες αποκλειστικά τ’ ανήμπορο κορμί μενύχτα και μεφώς τόσα χρόνια τώρα. Κι ούτε να το πεις πουθενά πως σ’ ευχαρίστησε φεύγοντας στη γλώσσα σου. Κανείς δε θα σε πιστέψει –μ’ ακούς;– κανείς).




Σημειώσεις:
1. Eλληνικό παραδοσιακό τραγούδι.
2. Α Paris: Στο Παρίσι (γαλλικά)
3. hvala: ευχαριστώ (σερβικά, xвала)



Το πρώτο μέρος του δίπτυχου διηγήματος της Αλεξάνδρας Μυλωνά που φέρει τον τίτλο "Μενύχτα", δημοσιεύτηκε ως ανεξάρτητο κείμενο στο λογοτεχνικό περιοδικό "Θευθ", τχ 1, Σεπτέμβριος 2015, εκδ. Ρώμη.
Το δεύτερο μέρος με τον τίτλο "Μεφώς", δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο παρόν ιστολόγιο.