Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Μαρία Σκουρολιάκου, "Χρώμα Αύριο"




Χρώμα αύριο

Τότε
θα σηκωθούνε κύματα ψηλά βουνά
τη λύπη να ξεπλύνουν απ’ τα πρόσωπα
που έγιναν λασπωμένοι δρόμοι κι έρημοι,
πεδία βολής κι ανάστεροι ουρανοί.
Ακράτητος ο ήλιος
στα πληγωμένα χέρια θα χορέψει
καίγοντας τα λευκά μαντήλια στον αέρα.
Θ’ ανθίσουνε των κοριτσιών τα ματωμένα χείλη
εφτάχρωμα φιλιά και φίλντισι.
Τότε,
των ποιητών που αγάπησαν,
η πιο γλυκιά ευχή
απ’ τα παμπάλαια βιβλία καρτερώντας,
σαν ευαγγέλιο και γέννα θα αληθέψει.

Ως τότε,
στην καρδιά μας μόνο ένα.
Χρώμα αύριο.




Μια μέρα

Ανοιγοκλείνουν οι καρδιές με πάταγο
μες στις ασπρόμαυρες διαδρομές της μέρας.
Προσοχή στο κενό.

Ασφαλισμένοι σ’ έναν καναπέ μετά,
μασάμε άνοστο ψωμί
ακούοντας μακρινούς θανάτους.

Πίνουμε υπνωτικό νερό
από χλωριωμένες σκέψεις.
Να δούμε όνειρα χρωματιστά.

Σώματα ξεφυλλίζουμε στη λήθη
και το ξημέρωμα
φοράμε τη στολή της μάχης.

Μια μέρα,
θα ζωγραφίσω στο κορμί σου
τις παραστάσεις της ασπίδας του Αχιλλέα.




Αιμορραγώ

Αιμορραγώ
μες στις καλπάζουσες σιωπές
στις διάφανες πλατείες των υγρών ματιών
στα πεινασμένα χέρια
που απλώνονται
κι άλλοτε αρπάζουν τις φωτιές
άλλοτε γίνονται φτερά
πιασμένα με κερί που λιώνει
απ’ την απόγνωση.

Στις εσοχές των δρόμων
ντύνομαι υπόστεγα
σκεπάζομαι ντροπή
και λυπημένα βλέμματα.

Το αύριο
ψάχνει σε κάδους σκουπιδιών
τον άνθρωπο.




Να μη μ’ αφήσεις

Σφιχτά κρατιέμαι απ’ τις προσφωνήσεις
να μη γλιστρήσω στων δακρύων την ακράτεια
γιατί κλειδώνονται ολοένα οι δρόμοι
από των χρόνων τα βαθιά τα χάσματα.

Να μη μ’ αφήσεις χαμογέλιο μου.
Μη γκρεμιστώ σε άδεια αγκαλιά το σούρουπο.
Σε βλέμματα μεσάνυχτα μην βυθιστώ.

Όταν ο κήπος μέσα θα φυλλοροεί
και οι ψίθυροι της νύχτας δεν θα είναι γέλιο
σαν θα καρφώνονται αγκάθια στα ματόκλαδα
κι ο ήλιος δεν θ’ ακούει τη φωνή μου
όταν στο σώμα θα φορώ πέτρες βαριές
και το οξυγόνο θα κλειστεί σε ασημένιους όλμους
να μη μ’ αφήσεις χαμογέλιο μου.

Να μην ξεχνάς να με φωνάζεις μάνα!




ΨΗΦΙΔΕΣ
(επιλογή)

~*~
Θέλησαν να ισκιώσουν.
Το δέντρο ήταν φυλλοβόλο.



~*~
Ένα κόκκινο “θέλω” χτυπάει τους τοίχους.
Ένα γκρίζο “πρέπει” φρουρεί.
Εμπιστεύομαι τη δύναμη του χρώματος.



~*~
Θάθελα να φύγω
πλήρης λέξεων.



~*~
Εκατό φορές τιμωρία.
“Να μην προδώσω τις λέξεις μου”.



~*~
Ποίηση από το αύριο κι ας έχει ξηρασία.



~*~
Κι ας έχει το αύριο σκοτάδι
άναψε την καρδιά
Και φέξε το.



~*~
Μες στο κλουβί, πικρό πουλί, εισπράττει επαίνους.



~*~
Στις ρωγμές του κόσμου επίχρισματα φόβου.
Κι από πάνω το μοντέρνο χρώμα της καταστολής.




Από τη συλλογή «Χρώμα Αύριο», Λαμία 2015