Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Ορέστης Αλεξάκης, "Ψυχογένεια"




ΨΥΧΟΓΕΝΕΙΑ  I

Τη νύχτα θεώμαι τα πράγματα
Τη νύχτα προσφεύγω στο θαύμα

Ότι πολύ αλαφρύνεται το αμάρτημα
της ύπαρξής μου με το βάλσαμο της δρόσου

κι ότι πολύ απαλύνεται
με των δακρύων την έξοδο
η οχλαγωγία της μέριμνας στο στήθος μου

Ω την ημέρα χαίνουν οι πληγές
ηχούν αργύρια προδοσίας
άχθος και κονιορτός με καταβάλλουν

Όμως τη νύχτα ανοίγονται οι πηγές
βαθαίνουν οι στιγμές σαν περιβόλια
γίνεται η λύπη φως
η μνήμη δέντρο
κελαρυσμοί νερών τ’ άχαρα χρόνια

Τη νύχτα
που τα σώματα σιωπούν
και των ψυχών η μουσική αναβλύζει




ΚΙ ΟΠΩΣ ΘΡΗΝΟΥΣΑ

Κι όπως θρηνούσα
σιωπηλά
στο μνήμα

μια ξαφνική χαρά
με συνεπήρε

σα να ’χε κάπου
μόλις
ξημερώσει




ΕΚΛΕΙΣΑ ΤΙΣ ΡΩΓΜΕΣ

Έκλεισα τις ρωγμές του σώματός μου
σκούπισα των καιρών τ’ αποκαΐδια
τόσα συντρίμμια
τόση στάχτη εντός μου

στόλισα της ψυχής τ’ ανθοδοχεία
όλα τα φώτα μου άναψα

και τώρα

προσμένω μάταια να μ’ επισκεφθείς
προσμένω μάταια να
με κατοικήσεις




ΕΤΣΙ ΘΑ ΣΥΝΤΗΡΗΣΩ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΣΟΥ

Όχι
όχι στη σκιά
στο ημίφως όχι

Στην τέλεια λάμψη
στο
λευκό τού ασβέστη
στου αμείλικτου φωτός
την τυραννία

Να σε κοιτώ
να σε καλωσορίζω

διάφανη
αγέρινη σχεδόν
αστραφτερή

φτερό που στροβιλίζεται στο φως

σάρκα που ρέει και χύνεται
στον καταρράκτη του ήλιου




ΨΥΧΟΓΕΝΕΙΑ  II

Τη νύχτα ζω με τους ψιθύρους
με θαμπές
μορφές του παρελθόντος
που μου γνέφουν
όμως από το μέλλον τώρα πια

Μέσα στη νύχτα το παρόν σωπαίνει
δαγκώνει πάλι ο χρόνος την ουρά του
βρίσκομαι εκεί
σ’ αυτό το δαχτυλίδι

Κερδίζω το παρθενικό μου βλέμμα
πίνω ζωή στο μητρικό της στήθος
ω ιδού που η νύχτα μού ’γινε μητέρα

Ιδού που συντροφεύω αυτό το σώμα
το φορτωμένο πέτρες και λουλούδια

και το κατευοδώνω στο βυθό του




ΕΡΗΜΙΤΗ ΑΠΟΛΟΓΟΣ

Έτσι εκπληρώνω τον προορισμό μου

Με τα κρυμμένα μου πουλιά
που ζωντανεύουν με κρουνούς κελαηδισμών
τις αποτεφρωμένες σας κοιλάδες
Με τη δική μου μουσική
των δειλινών
που μολονότι ηδυμελής και ωχρότατη
στο τέλος
τον άγριο παφλασμό σας υποτάσσει
Με των δρυμών την περισυλλογή
με των ανέμων την πολυφωνία
μ’ όλα τα μάτια μου ανοιχτά στο αντιπρανές
με τη σιωπή μου κύμβαλο αλαλάζον

Σ’ αυτό το μετερίζι ξαγρυπνώ
σ’ αυτή την έσχατη σκοπιά
παρόχθιος παρατηρητής
των επιγείων τη μοίρα κατοπτεύω




Από τη συγκεντρωτική έκδοση «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση (1960 - 2009)»,
εκδ. Γαβριηλίδης 2011
Την έκδοση επιμελήθηκε η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
Την προσωπογραφία του ποιητή φιλοτέχνησε η ζωγράφος Ρένα Κρουαζιέ