Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Στέλλα Γεωργιάδου, "Αμφίβια εγώ"




ΕΞΟΔΟΣ

                                                     στον Μάρκο Μέσκο

Κάπως έτσι θα πρέπει να είναι η κόλαση
χαλύβδινοι άνθρωποι, αδιάφορα βλέμματα
ζέστη πνιγηρή όχι απαραίτητα φωτιά
στεγνά μάτια χέρια υγρά
ακινησία
εκπομπές ρύπων χτύπων
ανούσιων συζητήσεων

Οι βασανιστές των ανθρώπων
δεν θα ’ναι άνθρωποι
παρά χαλασμένοι ανεμιστήρες
και βρώμικες παραλίες
Θα ’ναι ο απέναντι ξεφλουδισμένος
αμετακίνητος γκρίζος τοίχος
Η άπνοια του απομεσήμερου
στην καυτή άσφαλτο

Ναι, κάπως έτσι θα πρέπει να είναι η κόλαση
Συνωστισμένες ψυχές σε αστικά λεωφορεία
με κλειστά παράθυρα και αναθυμιάσεις νίτρου
με αλλοιωμένους τους ιδρωτοποιούς αδένες
Χωρίς οδηγό χωρίς προορισμό
σ’ ένα ατέλειωτο πέρα δώθε των πόλεων

Από τα χρώματα και τα όνειρα
θ’ απουσιάζουν το πράσινο το κυανό η πορφύρα
και όλα τα μενεξεδιά του σούρουπου
Μόνο μουντά γκρίζα και χλωμά μπεζ
στις όψεις των σπιτιών και των ανθρώπων
Ίσως και κάποιες χαραμάδες φωτός
να εισβάλλουν ‒μακρινές σαν νοσταλγίες‒
ίσα-ίσα να θεριεύει
το άλγος της απώλειας

Κάπως έτσι (σκεφτόταν) θα ήταν η κόλαση
αναγκαστική επιβίωση κατά μόνας
με παιδιά που θα γεννιούνται γερασμένα
εις το διηνεκές ομοιότροπη ασθένεια
Απαράλλαχτα ίδιες οι νύχτες ανονείρευτες
και οι μέρες αφόρητα εργοστάσια κανόνων
Κατεδαφίσεις σκέψεων με αντιπαροχή
και ποσοστό διαπραγματεύσιμο

Δεν τον ένοιαζε στ’ αλήθεια η κόλαση
μόνο πίνακες έφτιαχνε μ’ άραχλες σκέψεις
και τους κοίταζε χαμογελώντας επίμονα
καθισμένος στην άκρη του κήπου
Όσο ακόμη του επέτρεπε
ο γαιοσκώληκας
που χαμογελούσε περιπαικτικά
δαγκώνοντας ελαφρά το παπούτσι του.




ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΕΣ

Έτσι τον αισθανότανε
Ένα τεράστιο κρεμμύδι
Μια ελάχιστη καρδιά
κλεισμένη
σε χιλιάδες πανωφόρια
Αυθεντικός στη γεύση
με αψάδα και οξύτητα στο βλέμμα
δύσοσμος εν βρασμώ
Και πόσο να γλυκάνει
στο λάδι τσιτσιρίζοντας
Στο λάδι
το δικό της




ΣΠΕΙΡΑΜΑΤΑ

Ρίμα το κρίμα με τον θυμό
δεν κάνει· σφιχτό στεφάνι
σ’ άδειο λαιμό. Κι ένας πνιγμός
να κρέμεται απ’ το ταβάνι.

Η εσπέρα, πέρα στα βροχερά
λαγοκοιμάται· δε θυμάται
ποιος ειν’ εδώ. Κλαίει γοερά
και μια παντιέρα συλλογάται.

Μα εγώ αγαπάω τα σκοτάδια
ψαχουλευτά να δραπετεύω
απ’ τα σημάδια και να γιατρεύω
απελπισίες παροδικές να ημερεύω
με λέξεις χάδια.

Μικρό σπουργίτι, παιδί ισοβίτη
αναστενάζει και χειμωνιάζει
σε μια βραδιά. Σαν του αστρίτη
το σφυγμό που σε χλευάζει.

Μια πεταλούδα κόρη Ιούδα
αχ πως χορεύει· σα να γυρεύει
ένα φιλί. Με ροζ βερμούδα
και λάγνα γέλια, φως παζαρεύει.

Κι εσύ μισείς τ’ αεροδρόμια
Σ’ αναμονές αποκοιμιέσαι
και πεζοδρόμια. Κι αναρωτιέσαι
ποιες τροχιές σ’ έχουν ξεχάσει
σ’ ονειροδρόμια.




ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ


Κρατιέσαι από το σώμα μου
σαν τα λειψά συντρίμμια
που αρπάζεται ο ναυαγός
Εσύ να μάχεσαι τον χρόνο
κι εγώ
να ξαποσταίνω στο βυθό


             *

Εκεί στο σκοτεινό υπόγειο
δε συμβαίνουν παραμύθια
Κανείς δε σώζει το κορίτσι
κανείς δε σώζεται απ’ την αγάπη
Μόνο μουλιάζει ως τα κόκαλα
τρέφοντας το σαράκι


             *

Το τέλος ήρθε αθόρυβα
σαν να φοβότανε
μήπως το αντιληφθούμε
κι απ’ έξω το κλειδώσουμε
Το τέλος είναι ύπουλο
Μόνο η αρχή κορδώνεται
μες την αφέλειά της




Από τη συλλογή «Αμφίβια εγώ», εκδ. Γαβριηλίδης 2015