Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Γιώργος Κοροπούλης, "Τέσσερα ποιήματα"




Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

       She cried for chess; I played a game with her

              JOHN KEATS, “The Cup and Bells”

Το πλάνο γενικό: νύχτα, χειμώνας,
και κάθονται οι δυο τους πλάι στο τζάκι.
(Σαν άλλου κόσμου να έφτασε αεράκι,
καθένας τους κρυώνει κατά μόνας.)

Κάθονται από νωρίς: εφημερίδα
διαβάσαν, διαφώνησαν λιγάκι,
συμφώνησαν μετά να παίξουν σκάκι –
κι αφήσανε στη μέση την παρτίδα.

Κάθονται – και αργεί να φέξει η μέρα.
Καινούργιες δε θυμούνται ιστορίες·
του γάμου τους κοιτούν φωτογραφίες –
κι ακούν διπλή της νύχτας τη φλογέρα.

Ασπρόμαυρες κοιτούν φωτογραφίες:
αμίλητοι, σαν πιόνια σε σκακιέρα,
(αγάπη μου, θυμάσαι την ημέρα;)
ποζάρουν με κυρίους και κυρίες.

Όλοι συγκινημένοι, όλοι δακρύζουν·
η νύφη κι ο γαμπρός χαμογελάνε.
Εδώ φιλιούνται, εδώ αποχαιρετάνε…
Εδώ – παίζουν τα μαύρα και κερδίζουν.




ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΠΕΡΟΥ

Τώρα τα μάγια μου χαθήκαν
κι η δύναμή μου λιγοστεύει:
οι στίχοι απ’ το ’να αυτί σας μπήκαν
κι απ’ τ’ άλλο βγήκανε… Κοντεύει

η ώρα μου πια να μπαρκάρω
και σας ζητώ βουβά τη χάρη:
καμπίνα αφήστε με να πάρω
ή έστω κλείστε με στ’ αμπάρι.

Πόντος, ουράνια, όλα μελάνι
κι ίσως θα πλέουμε για χρόνια…
Όμως θα λάμψουν στο λιμάνι
δελφίνια, φλάμπουρα, κανόνια.

Δέκα χρονάκια ζω στην Ύδρα,
γέννημα-θρέμμα Λαρισαίος.
Τώρα τουμπάρισε η κλεψύδρα –
κι αφού ξεπλήρωσα το χρέος

θα πρέπει τα δεσμά να λύσει,
που με κρατούν, τ’ αβρό σας χέρι.
(Πετά ολοένα προς τη δύση
ο Άριελ, μαύρο περιστέρι…)

Δελφίνια, φλάμπουρα, κανόνια
θα μας προσμένουν στο λιμάνι –
κι όλοι θα πούνε: «σαν τα χιόνια»…
Το πλοίο κύκλο θα ’χει κάνει.



ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣ

Σονέτα, αγριόχορτα και κρίνα,
τα σύνεργα της άλλοτε ζωής
(πού πήγανε λοιπόν τα χιόνια εκείνα;)
άπλωσα στο τραπέζι αποβραδίς

και βάλθηκα να πλέξω ένα τραγούδι
που να σου λέει απλώς πως σ’ αγαπώ·
θα στάθηκε στη λάμπα κάποιο ζούδι
και κάτι στο τραγούδι είναι θαμπό

σαν κρίνο θερισμένο, σαν χορτάρι
που τρέμει σ’ αεράκι εωθινό,
σαν το στεφάνι γύρω απ’ το φεγγάρι,

σαν μουσική από γάμο μακρινό·
και βρίσκομαι ξανά σαν τον πρωτάρη
τα μαύρα μόνο πλήκτρα να χτυπώ.




ΕΝ ΤΕΛΕΙ

Στήθος βαθύ περιστεριού
άλλοτε χάραζεν ο τόπος·
είχα την όψη αγοριού
κι ήταν δικός σου όλος ο κόπος

Μετά σκοτείνιασε ο καιρός
κι έπρεπε εγώ να ξαγρυπνήσω
κι όπως την κάφτρα ο φρουρός
μες στις παλάμες να σε κρύψω.

Μα ήταν σα να περπατώ
κι όλο να βρίσκεσαι πιο πέρα –
κι όπως ο πάγος στο ποτό
όλο να λιώνεις στον αέρα…

Τώρα δεν ξέρω να σου πω
αν είναι χάραμα ή βράδυ·
κεντάς ένα παλιό σκοπό
πάνω σ’ αλλιώτικο σκοτάδι

και να σ’ ακούω δεν μπορώ
και το σκοτάδι μ’ αγκυλώνει·
και μόνο μες στο νου σου ζω –
όπως στη ηλιαχτίδα η σκόνη.




Από το συλλογικό έργο «Ανθοδέσμη - (Ποιήματα και τραγούδια για μια νύχτα. Των Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη, Γιώργου Κοροπούλη, Ηλία Λάγιου)», εκδ. ΑΓΡΑ, 1993