Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης, "Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο"




ΜΗ ΣΗΜΑΔΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Αδερφέ μου, σκοπέ
αδερφέ μου, σκοπέ
σ’ ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ’ ακούω που βήχεις μες στην παγωνιά
σε γνωρίζω, αδερφέ μου
και με γνωρίζεις.
Στοιχηματίζω ότι έχεις μια κοριτσίστικη φωτογραφία στην τσέπη σου.
Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια καρδιά.


Θυμάσαι;
Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια
είχα κάποτε ονειρευτεί να περπατήσουμε κοντά-κοντά
στο κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ’ την σφεντόνα μου
στο μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τα δάκρυά σου
στην άκρη της αυλής μας έχουν ξεμείνει τα σκολιανά παπούτσια σου
στον τοίχο του παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα
με κιμωλία γραμμένα τα παιδικά μας όνειρα.
Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των υπουργείων
το βράδυ σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου
κ’ ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.


Βασίλεψαν τα πρωινά σου μάτια πίσω από ένα κράνος
άλλαξες τα παιδικά σου χέρια μ’ ένα σκληρό ντουφέκι
πεινάμε κ’ οι δυο για ένα χαμόγελο
και μια μπουκιά ήσυχο ύπνο.


Ακούω τώρα τις αρβύλες σου στο χιόνι
σε λίγο θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα σε συλλογίζομαι
καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλο σου στη γωνιά θα ξαναγίνεις ένα σπουργίτι.
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
            μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θάθελα να το λαβώσεις.




ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες − μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφίνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ’ τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν’ αφίσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ’ απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
θ’ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδι, να κοιτάς εν’ άστρο, να ονειρεύεσαι,
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να σου λέει τα όνειρά της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ’ αποχαιρετήσεις όλ’ αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ’ άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίζεις τον δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι’ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ’ τ’ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
αφού όλο και νέοι αγώνες θ’ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη:  Ειρήνη
σα νάγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ’ ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.




ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Αφιερωμένο  χτες  στη  Βιέννη,  σή-
μερα  στο  Ελσίνκι,  αύριο  σε  κάθε
πόλη που θα μαζεύονται οι άνθρωποι
για  να  υπερασπίσουν  την  Ειρήνη


Απόψε είμαι ερωτευμένος με μια πόλη!
Άσημη πόλη, φωταγωγημένη, ξαφνικά, από χιλιάδες όνειρα
πόλη τριαντάφυλλο, πόλη χελιδόνι, πόλη ψωμί και πόλη εμπιστοσύνη.
Σε συλλογίζομαι κ’ είναι σάμπως ν’ ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου
σ’ αγαπώ, κ’ είναι σα ν’ ακουμπάει στην καρδιά μου όλου του κόσμου η καρδιά.
Οι άνθρωποι απόψε τραγουδάνε τ’ όνομά σου
κάνοντας ν’ αντηχούνε όλες οι καμπάνες, όλα τα βιολοντσέλλα κι όλα τα γιαπιά.

Όταν έπεφτε η Μαδρίτη εμείς κλαίγαμε
όταν απελευθερωνόταν το Παρίσι όλη η ζωή έκανε ένα βήμα μπρος
όταν οι Ρώσοι μπαίνανε στο Βερολίνο αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε
σήμερα τραγουδάμε, αγαπημένη πόλη
πόλη που μες στους δρόμους σου αγκαλιάζονται οι σημαίες των εθνών
πόλη που διασταυρώνονται τ’ άστρα, τα όνειρα κ’ οι δρόμοι των πέντε ηπείρων
τα κορίτσια κόβουν το νυφικό τους φόρεμα στο σχέδιο της καρδιάς σου
οι μητέρες σκουπίζουν τα δάκρυά τους μ’ ένα κομμάτι απ’ τον κατάφωτο ουρανό σου.
Έψαχνα να σε βρω ανάμεσα στις γυναίκες, και συ, αγαπημένη, ήσουν μια πόλη.

Οι γρηές καθισμένες στα κατώφλια της γης γνέθουν τα χρόνια και την ελπίδα σου
οι καλαθοπλέχτες πλέκουν με το φως σου μεγάλα πανέρια για τη νέα σπορά
τα ζευγαράκια όλου του κόσμου δώσανε ραντεβού στα πάρκα σου
πόλη, ω πόλη, που στις γωνιές σου, απόψε, οι υπαίθριοι πουλητές
πουλάνε δάφνες για τους ποιητές και τηγανίτες για τα παιδιά.
Με μόνο μισή πεντάρα αγάπη, απόψε, αγοράζεις όλη την ευτυχία!

Τότε, τις σκληρές μέρες του πολέμου που κανείς δεν ήξερε αν θα ζήσει
γλύστραγε μες στα χαρακώματα μι’ αχτίδα απ’ τον αυριανό σου ήλιο.
Έτσι ζεσταίναμε τα χέρια μας.
Όπως σηκώναμε τους σκοτωμένους βρίσκαμε κάτω, μέσα στο αίμα τους
δυο ψίχουλα απ’ την αυριανή αγάπη.
Μ’ αυτά τα ψίχουλα ζήσαμε.
Απόψε οι ξύλινοι σταυροί τους κάνουνε μια μεγάλη σκαλωσιά
που ανεβασμένοι οι εργάτες με τραγούδια και σφυριά χτίζουν έναν καινούργιο ορίζοντα
πόλη, πόλη κλειδί, που ανοίγεις όλα τ’απελπισμένα χέρια κι όλα τα γιασεμιά
εσένα τραγούδαγε ο Λόρκα,
ο Φούτσικ για σένα πέθανε
και το μικρό σκοτωμένο κοριτσάκι της Χιροσίμα
είναι μια πεταλούδα, απόψε, που πετάει μες στα ζαχαροπλαστεία σου.
Συχώρα με, αγαπημένη πόλη, μα όχι, όχι εσένα.
Απόψε είμαι ερωτευμένος μ’ όλους τους νεκρούς.


Έχετε δει, λοιπόν, μια πόλη να χορεύει.
Να στροβιλίζεται μες σ’ έναν καταράχτη από άστρα και φιλιά.
Τα σηκωμένα δρεπάνια των θεριστών κάνουν μια γέφυρα που την περνάει χορεύοντας
άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, το Μεξικό με την κιθάρα του στον ώμο
η αγάπη δεν έχει χρώμα, η λευτεριά έχει το ίδιο γέλιο για όλους τους λαούς
πόλη, ω πόλη, που φρουρείς τα στάχια, τ’ αμόνια, τα ηλιοβασιλέματα και τα φιλιά
η Πασιονάρια φιλιέται στο στόμα με τους περαστικούς
ένα μικρό γυφτάκι χορεύει αγκαλιασμένο με την Παναγία των Παρισίων
πόλη, πόλη ενός κόσμου, απόψε, που κ’ οι μητέρες των νεκρών είναι χαρούμενες.


Όλα είναι τρέλλα απόψε. Οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά στη χώρα των θαυμάτων.
Κάθε παιδί μπορεί να βγάλει από τον κόρφο του χιλιάδες περιστέρια
μιλάει ο Ζολιό Κιουρί κι ακούμε μονομιάς  όλα τα φλάουτα της γης
βρέχει ήλιο και γαλήνη πάνω απ’ τα πεδία των μαχών
στα χαρακώματα κυλάει το νερό – γυρνάν, γυρνάν οι μύλοι
αλέθουνε το στάρι. Οι ζυμωτές αραδιάζουν στους πάγκους τα ψωμιά.
Μα τα ψωμιά είναι ανήσυχα, δεν κοιμούνται.
Μένουνε ξάγρυπνα τη νύχτα και συλλογιούνται τους πεινασμένους.
Και ξαφνικά σηκώνονται οργισμένα σε μιαν απέραντη στρατιά
και ξεκινάνε να κυριέψουνε τον κόσμο. Αμήν, αμήν, λέγω υμίν
ήγκικεν η βασιλεία του ψωμιού.
Σ’ αυτήν την πόλη βλέπουν οι τυφλοί, οι άλαλοι τραγουδάνε
πόλη, πρωτεύουσα ενός κόσμου που, απόψε, δίνει τα χέρια.


Πάμε, πάμε σ’ αυτήν την πόλη.
Σε κάθε πόρτο, αντί για διαβατήριο, θα δείχνουμε τα εργατικά μας πρόσωπα.
Σ’ όλες τις χώρες μάς γνωρίζουν. Είμαστε απ’ τους δικούς τους.
Φωτιά; Τσιγάρο; Εν τάξει.
Τρεις λέξεις μόνο φτάνουν για ν’ αγαπηθούνε οι άνθρωποι.
Δυο χέρια για να ζήσουν. Μια σημαία για να νικήσουνε. Πάμε!
Μας υποδέχονται παντού – βουίζουν οι πλατείες – καίει μακριά ο ορίζοντας. Ξημερώνει.
Ότι κι αν κάνουν θα νικήσουμε – ο κόσμος μάς ανήκει.
Το μέλλον είναι μες στην τσέπη μας, σαν το κλειδί του σπιτιού μας
Είμαστε μεθυσμένοι, απόψε, μα όχι από κρασί.
Απόψε είμαστε μεθυσμένοι απ’ όλο το αύριο.
Πάμε, πάμε…..




Από τη συλλογή «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο», 1956, που περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό έργο «Τάσος Λειβαδίτης - Ποίηση, (Τόμος πρώτος 1950 - 1966)», Κέδρος, 14η έκδοση.