Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Ειρηναίος Βρούσγος, "Γλυκά μου Κοκαλάκια"




                                        «σοι το εμόν σώμα και ου τη γη παραδίδωμι»
                                                                                    Ιωάννης Δαμασκηνός


                            ΓΛΥΚΑ ΜΟΥ ΚΟΚΑΛΑΚΙΑ

Για σένα γράφω.
Πάντα για σένα γράφω.
Για σένα που δεν μπορώ παρά να σ’ αγαπώ,
γιατί μισώ τον πόνο μάλλον.

Σε βρήκα.
Μετέωρη σ’ ένα βυθό.

Εισήλθα στο χώρο σου.
Δίστασα.
Στάθηκα μ’ ευλάβεια μπροστά σου
και συντριβή.
Απ’ τα σφιγμένα σπλάχνα μου αναδύθηκαν δάκρυα.
Κι όλος μου ο έρωτας έγινε προσευχή.
Δεν μπορούσε πια τίποτα άλλο να γίνει.

Γλυκά μου,
γλυκά μου κοκαλάκια.
Γλυκά μου.
Πού,
πού είναι η σάρκα σας;
Πού είναι τα σπλάχνα σας;
Μονάκριβά μου κοκαλάκια.
Γλυκά μου,
πού,
πού είναι η ζωή σας;
Γλυκά μου κοκαλάκια.
Κάποτε ήσασταν η Βάσα,
η αγαπημένη!
Ιερά κοκαλάκια,
γλυκά μου.
Για σας σκιρτούσαν καρδιές,
για ’σένα
πλημμύριζαν όνειρα οι νύχτες
Μαρία!
Γλυκά μου κοκαλάκια,
δάκρυα κυλούσαν
για σένα.
Αγαπημένα μου κοκαλάκια
δεν υπήρχε στιγμή να μη σε σκεφτόταν
εκείνος ο νεαρός με τα μεγάλα,
τα σοβαρά μάτια.
Δεν υπήρχε στιγμή
να μη χαίρεται όταν σε είχε,
και να λυπάται όταν σ’ έχανε.
Αγαπημένα μου κοκαλάκια,
Λινέα!
Γλυκά μου κοκαλάκια,
Έμιλι, Αναστασία, Λενόρ
για ’σένα δίναν τη ζωή τους
παλικάρια όλο ζωή.
Μονάκριβά μου κοκαλάκια.
Δεν πρόλαβαν,
πρώτη την έδωσες εσύ.
Ποιος την πήρε;!
Χρύσα,
κι άφησε μόνο αυτά τα κοκαλάκια.
Γλυκά μου κοκαλάκια,
θυμάστε;
Πόσο ήθελε να σ’ ακουμπά,
να σε σφίγγει!
Να σε σφίγγει!
Σταυρούλα!
Το μαλακό σου δέρμα,
ο ιδρώτας σου
γλυκά μου κοκαλάκια.
Πού πήγες;
Πού πήγες;
Πού πήγε η ζεστασιά απ’ το κορμί σου;
Ανθούσα!
Ποιος χαίρεται τα μυρωμένα σου μαλλιά;
Σέλια!
Ποιος σου τάζει αστέρια και γαλαξίες και νεφελώματα;
Όλγα!
Ποιος σου τραγουδά;
Μονάκριβά μου κοκαλάκια.
Γλυκά μου.
Πού πήγε αυτός
που ήθελε ζωή ν’ ανθίσει απ’ την κοιλιά σου;
Ιερά μου κοκαλάκια.
Μυρτώ,
πού είναι τα χρωματιστά σου νύχια;
Πού τα λουλούδια πλεγμένα με τις μπούκλες;
Οι ψίθυροι στ’ αυτιά;
Στέλλα,
πού πέταξε η αναπνοή μεσ’ απ’ τα σπλάχνα σου
που με μεθούσε;
Μονάκριβά μου κοκαλάκια.
Ανδρομάχη,
πού είναι η ανατριχίλα σου
σαν έπιανα τις πατούσες σου;
Γλυκά μου κοκαλάκια.
Θεοδώρα,
πού είναι ο ήχος της φωνής σου
γελαστά να με καλεί;
Αγαπημένα μου κοκαλάκια.
Πηνελόπη,
πού είσαι;
πού βρίσκεσαι;
Ευμορφία;
Γλυκά μου κοκαλάκια
Μόνο κοκαλάκια.
Κίτρινα κι άσπρα,
ήσυχα.
Είναι τόσο ήσυχα τα κοκαλάκια σου.
Αλίνα.
Γλυκά μου κοκαλάκια.
Πού είναι το πρόσωπο;
Το πρόσωπο!;
Φιόνα.
Πού είναι το πρόσωπο!;
Το αγαπημένο!
Πού είναι το αγαπημένο;
Ανδρονίκη.
Μονάκριβά μου κοκαλάκια.
Αλέκα! Αλεξάνδρα:
Πού είστε;
Πού πήγατε;
Ιερά μου κοκαλάκια.
Πού είναι η κοτσίδα η πλεχτή;
Η κοτσίδα σου.
Ο καρπός σου με τα βραχιολάκια,
Καλλιόπη;
Η μέση που τύλιγε γύρω της
φορέματα καλοκαιρινά.
Δέσποινα;
Γλυκά μου κοκαλάκια.
Τι έμεινε;
Τι άλλο έμεινε;
Τα ροδαλά σου μήλα,
τα προσηλωμένα σου μάτια.
Ιωάννα.
Όσο δίσταζαν τα μάτια σου
εγώ τα αγαπούσα.
Μονάκριβά μου κοκαλάκια.
Πού τα κρύψατε όλα;
Όλα αυτά που για λίγο καιρό
− πολύ λίγο –
σας έκρυβαν.
Γλυκά μου,
ήσυχα κοκαλάκια.
Σοφία.
Το βάρος σου το μικρό
μου αφαίρεσαν,
το ελάχιστο βάρος
του να σε έχω.
Κι έμειναν μόνο αυτά,
τα γλυκά μου κοκαλάκια.


Πώς το σώμα σου παρέδωσες στο χώμα
κι όχι στα χέρια μου;

Πώς θα μπορούσαν τα χέρια μου
να σε κρατήσουν;




Από τη συλλογή «Οι πεινασμένοι», εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ 2015