Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Έφη Καλογεροπούλου, "Άμμος"





Από την «Πρώτη νύχτα»


Η επίμονη μνήμη κρυμμένη
σε τόσα υλικά περίφραξης
πάσχουσα
δυο τρείς κομμένες λαμαρίνες
σύρματα, γλάστρες σπασμένες
χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα
να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα
πάσχουσα
ταΐζει τα σκυλιά της  εικόνες
μισομαγειρεμένες.

Η επίμονη μνήμη  περπατά με δυσκολία
ισιώνει τα μαλλιά της με τα χέρια της
μουσκεύει ψωμί,  το μοιράζει
συλλαβίζοντας ακατάληπτα
στο φράχτη δένει το άλογό της.

Η επίμονη μνήμη
πρόσφυγας είναι
σε λάθος πατρίδα.




Από την «Δεύτερη νύχτα»


Έσερνε φωνές  ο αέρας
σε μυστικά περάσματα.
Κραυγές άνοιγαν κι έκλειναν
τρύπες στο σκοτάδι.

Σιωπές έπαιρναν φωτιά.

Έστρεφε το κεφάλι τότε
στη φορά της φλόγας.

Τίποτα κανείς.

Φόνοι πολλοί
πολλά φαντάσματα




Από την «Τρίτη νύχτα»


Χάθηκες μάνα
χάνεσαι
σε φύσηξε ο αέρας
σε παίρνει
και φεύγεις νύχτα, μια φλόγα
τόση δα φλογίτσα που ανεβαίνει
και σβήνει στον αέρα.
ένα φωτάκι σα κι αυτό που βλέπεις
στο απέναντι μπαλκόνι.
Όχι δεν είναι φωτιά μάνα
που κατεβαίνει από το βουνό
πρόσεχε θα σε καταπιεί
μη το κοιτάς!
Και οι σκιές στο ταρατσάκι
αυτά τα πλυμένα καθαρά πουκάμισα
κρεμασμένοι άνθρωποι,
κορμάκια που δροσίζονται
ας είναι μάνα.
Αν σκαρφαλώσεις στο πεύκο απέναντι
πόσα μέτρα απέχεις απ’ το Θεό;
Είναι πολλοί εκεί σκαρφαλωμένοι απόψε
ποιος ξέρει, μια φορά το χρόνο ανεβαίνουν
θα το χουν τάμα  φαίνεται.

Μαύρο ποτάμι ο κόσμος, μάνα
«Την καλοσύνη του ήθελα, πίστεψέ με»
σ’ ακούω  να μου λες
«μα πνίγηκα όμως, πνίγηκα».




Από την «Τέταρτη νύχτα»


Τη νύχτα
αδειάζει το δωμάτιο
χαράζει κύκλο από σιωπή
και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο.
Από την τσέπη
Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο
και του μιλά.
Κι είναι φορές που σπάζει αυτό
σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις
και πέφτουν
και πέφτει.

Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου.




Από την «Πέμπτη νύχτα»


Βλέπει διαρκώς τον εαυτό της
μόλις να φεύγει.

Κυλά σε κατηφόρα
ποτάμι με τα νερά πλημμυρισμένα.

Φυσάει
ο ουρανός είναι λευκός
τα πουλιά πετούν χαμηλά
ξεχωρίζει ένα.

Μιλά
και τη φωνή της ακούει σε επανάληψη.

- Με βρίσκει αργά το απόγευμα
ό,τι άφησα στο δρόμο.




Από την «Έκτη νύχτα»


Είδα νερό να γκρεμίζεται  και φως
να διπλώνει σα τσακισμένη εφημερίδα.
Ασπρόμαυρες εικόνες ψηλά να σηκώνει ο αέρας
είδα το χρόνο, σκύλου κεφάλι
ανάμεσα στα  δυο  μου χέρια να κοιμάται.
Είδα χαράδρες κατοικημένες με βροχή από λέξεις
και φίδια φωνήεντα στην άσφαλτο να συσπώνται από φόβο.
Μας είδα εμάς ανάμεσα σε γλάρους και πουλιά μαύρα
ψηλά  να πετάμε στον αέρα
εσένα
κι εμένα
λίγο πριν η ξέφρενη οπλή του πλήθους
μας προφτάσει.




Από τη συλλογή «Άμμος» εκδ. Μετρονόμος, σειρά ΠΟΙΕΙΝ, 2013