Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Κυριάκος Χαλκόπουλος, "Στον τελευταίο όροφο"




Στον τελευταίο όροφο

Ήταν η εποχή που οι σπουδές μου μόλις είχαν ξεκινήσει. Είχα φτάσει στην Αγγλία, στην κομητεία του Έσσεξ, και, τέλος, στο ομώνυμο πανεπιστήμιο. Ο γκρίζος αγγλικός ουρανός μού φαινόταν γοητευτικός. Η παγερή ατμόσφαιρα μού άρεσε επίσης, καθώς τη θεώρησα συγγενική με την κλειστή μου φύση, όμως από την άλλη ακόμα ζητούσα νέες γνωριμίες, σε αντίθεση με τη στάση που είχα ως προς αυτό μόλις λίγους μήνες αργότερα.
Η ακόλουθη ιστορία μού συνέβη εκείνη τη διερευνητική περίοδο, και νομίζω πως ήταν σημαντικό ότι ακόμα έλαβε χώρα όσο πολλά από τα στοιχεία που κατόπιν πήραν παγιωμένη μορφή στα φοιτητικά μου έτη ήταν αντίθετα αδιευκρίνιστα και μεταβλητά...

Τότε ίσχυε – παρόλο που είχα αρχίσει να γράφω λογοτεχνικά κείμενα δύο χρόνια νωρίτερα – πως δεν είχα καταλήξει σε μια σταθερή θεματολογία για το έργο μου, και αυτό με απασχολούσε σημαντικά. Είχα όμως άλλες απόψεις για το τι όφειλε να αποτελεί ένα λογοτεχνικό θέμα. Το πιθανότερο ήταν πως, παρά τις φιλότιμες σε ένα βαθμό προσπάθειές μου, είχα πέσει, δίχως να έχω κατά νου την συγκεκριμένη φράση, στην παγίδα που την ύπαρξή της παρουσίασε πολύ εύστοχα ο Φερνάντο Πεσσόα γράφοντας ότι «ο κακός ποιητής γράφει όπως νομίζει ότι όφειλε να νοιώθει». Αυτό σημειώθηκε σε αντιδιαστολή του καλού ποιητή, ο οποίος κατά τον Πεσσόα «γράφει όπως νοιώθει», και του μέτριου ποιητή, που «γράφει όπως νομίζει ότι νοιώθει».
Και, όντως, ήμουν ακόμα πολύ νέος, ούτε καν δεκαεννιά χρονών, και κυριαρχούσαν μέσα μου οι εντυπώσεις μου για τα θέματα άλλων λογοτεχνών. Είκαζα ότι όπως έγραφαν εκείνοι έπρεπε να γράφω και εγώ, διαφορετικά το έργο μου θα συναντούσε την αδιαφορία, ενώ αν τους μιμούμουν θα δρούσαν υπέρ μου οι δικές τους ανακαλύψεις, και έτσι θα μου εξασφάλιζα την αποδοχή.
Από την άλλη ήξερα, από αρκετές πλευρές, ελάχιστα τον εσωτερικό μου κόσμο, ο οποίος άλλωστε ήταν τότε ακόμα γεμάτος με ένα σωρό εφηβικές έριδες με άλλους ανθρώπους, που μετά βίας μπορούσα να τις ξεπεράσω έστω και στιγμιαία, ώστε να αφοσιωθώ στις προσπάθειες μου της λογοτεχνίας.
Ο τρόμος ως ένα από τα κύρια θέματα των κειμένων μου τότε δεν είχε κάνει την εμφάνισή του, παρά μόνο στο πρώτο διήγημα που είχα ποτέ γράψει, ενώ έπειτα ξεχάστηκε, και σίγουρα εκείνο το παγωμένο πρώτο φθινόπωρο μου στο πανεπιστήμιο του Έσσεξ δεν διανοούμουν καθόλου πως κάποτε θα αποτελούσα έναν λογοτέχνη που τα κείμενά μου θα χαρακτηρίζονταν από έναν τέτοιο σαφή συναισθηματικό τόνο.
Αυτό το σημείωσα διότι δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι εκείνες τις μέρες ενδιαφερόμουν καθόλου για το συναίσθημα του τρόμου. Αν το σκεφτόμουν καθόλου τότε θα συμπέραινα πως αποτελεί κάποιο νοητικό φαινόμενο που οφείλεται σε λανθασμένη σκέψη, και πάντως δε θα του αναγνώριζα κανένα σπουδαίο χώρο στη λογοτεχνία, χαρακτηρίζοντάς το περιθωριακό, και γενικά ανούσιο. Γι’ αυτό και έχει ενδιαφέρον τώρα, πάνω από μία δεκαετία αργότερα, για εμένα, να μελετήσω εκείνη την αληθινή ιστορία τρόμου που μου συνέβη, τόσο απρόσμενα, και με τέτοιο, στιγμιαίο, φοβερό αποτέλεσμα στα νεύρα μου, καθώς βίωσα μία στιγμή αληθινής και βαθύτατης απειλής...

Όμως προτρέχω. Πρώτα θα ήθελα να περιγράψω λίγο περισσότερο την αντίληψή μου για εκείνο τον πανεπιστημιακό χώρο.

Όσοι δεν έχουν επισκεφτεί το πανεπιστήμιο του Έσσεξ θα είναι χρήσιμο να γνωρίσουν ότι αποτελεί ένα αρκετά εντυπωσιακό περιβάλλον. Παρόλο που τα κτίρια του είναι εντελώς σύγχρονης αρχιτεκτονικής, και κατά συνέπεια καθ’ αυτά δεν εμπνέουν ίσως μια ιδιαίτερη εντύπωση, από την άλλη είναι κτισμένο σε πολλαπλά επίπεδα, φτάνοντας αφενός ψηλά, πολύ ψηλά στους «πύργους» των εστιών, και αφετέρου βαθιά μέσα στη γη, στους υπόγειους χώρους όπου πέρασα αρκετές ώρες σε τάξεις, ή περιπλανώμενος στους ατέλειωτους διαδρόμους.
Μολονότι από άποψη μεγέθους δεν πρέπει να αποτελεί ένα ιδιαίτερα μεγάλο πανεπιστήμιο για τα αγγλικά δεδομένα, εμένα μου έκανε αμέσως εντύπωση, καθώς ο μεγαλύτερος χώρος μόρφωσης που είχα κατά νου ως τότε ήταν το σχολείο όπου φοίτησα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και εκείνος οπωσδήποτε έμοιαζε μικροσκοπικός σε σύγκριση με αυτόν του πανεπιστημίου.
Από την άλλη η φαινομενικά μικρή κτισμένη του έκταση λόγω της απομόνωσής του σε ένα λόφο το έκανε να μοιάζει αρκετά περιορισμένο. Η επικοινωνία με την κωμόπολη του Κόλτσεστερ δεν πραγματοποιούταν από εμένα σχεδόν ποτέ, και το ίδιο ίσχυε και για ένα μικρό χωριό που ήταν ο μοναδικός άλλος οικισμός που συνόρευε με το πανεπιστήμιο. Έτσι παρέμενα μέσα του, και μετά τις πρώτες μέρες άρχισα να νοιώθω σαφέστατα τα όρια εκείνου του χώρου πάνω μου, κάτι που τελικά δεν πρέπει να αμφιβάλω πλέον ότι συνέβαλε στην κρίση κατάθλιψής μου στη συνέχεια...
Αλλά, και πάλι, αυτό συνέβη λίγο καιρό μετά από εκείνον στον οποίο προσδιορίζεται χρονικά αυτή η ιστορία. Απλώς το γράφω για να επισημάνω τις ρίζες όλης της δυσοίωνης αίσθησης, που θα πρέπει να ήταν υπαρκτές – και σιωπηλά να αναπτύσσονταν – ακόμα και πριν το συμβάν που με τρόμαξε τόσο έντονα.

Ένα από τα πιο επιβλητικά μέρη του πανεπιστημίου για εμένα ήταν οπωσδήποτε η μεγάλη βιβλιοθήκη. Ήταν ένα ψηλό κτίριο, στην κορυφή του οποίου βρίσκονταν τα λογοτεχνικά βιβλία που με ενδιέφεραν, και έτσι περνούσα αρκετή από την ώρα μου εκεί. Το γεγονός ότι από τα μεγάλα παράθυρα στην μια πλευρά της μπορούσε να φανεί το άγριο δάσος στην άκρη του πανεπιστημίου με έκανε να αγαπώ τα τραπέζια που βρίσκονταν πλάι σε εκείνα, διότι πάντα μου άρεσε να κοιτάζω το δάσος, μέσα στο σκοτάδι του απογεύματος.
Έτσι εκείνο το απόγευμα είχα κατά νου και πάλι αυτή την προοπτική, να δω τη θέα του σκοτεινού δάσους, καθώς πλησίαζα τους ανελκυστήρες για να ανέλθω στην κορυφή του κτιρίου.
Α, οι ανελκυστήρες όμως, που παίζουν το ρόλο τους σε αυτή την ιστορία, αποτελούσαν κάτι αξιοπερίεργο, λόγω της ειδικής τους κατασκευής! Αυτό καθώς δεν είχαν καθόλου θύρες, και ούτε ποτέ ακινητοποιούνταν, αλλά αντίθετα ήταν ένας μηχανισμός αέναης ανόδου και καθόδου μιας σειράς από πλατφόρμες, που κάθε δύο καθόριζαν τα αρκετά φαντασιακά όρια αυτού του ανελκυστήρα, αφού βέβαια για παράδειγμα σε εκείνους που διαρκώς ανέβαιναν ίσχυε πως η πιο ψηλή πλατφόρμα ήταν ταυτόχρονα η οροφή για τον ένα ανελκυστήρα, και το δάπεδο για εκείνον που βρισκόταν αμέσως από πάνω του, με το δικό του δάπεδο να είναι η οροφή για τον αμέσως χαμηλότερο, και ούτω καθεξής.
Αυτή η κατασκευή, που δεν την είχα συναντήσει πουθενά άλλοτε, και ποτέ ξανά δεν την είδα κάπου, μου είχε κινήσει την περιέργεια, αλλά και μία ανησυχία. Σκεφτόμουν πως, οπωσδήποτε, σε κάποιο σημείο, αθέατο, πάνω και από το χώρο όπου ο ανελκυστήρας περιερχόταν φτάνοντας μπροστά από τον τελευταίο όροφο, οι πλατφόρμες που ανέβαιναν διαρκώς θα έπρεπε να μετατοπίζονταν στο πλάι, ώστε έπειτα να διαγράψουν μία οριζόντια πορεία και, τελικά, πραγματοποιώντας την αντίστροφη κίνηση, να εμφανιστούν τώρα σε κάθοδο και πάλι μπροστά από τον τελευταίο όροφο, στο διπλανό άνοιγμα μέσα από το οποίο επιβιβαζόσουν για την κάθοδο. Αυτό μου έμοιαζε λογικό, αφού όλο το σύστημα έπρεπε να είναι ενωμένο για να λειτουργεί. Εξάλλου κάθε άλλη εξήγηση παρέπεμπε σε ασυνήθιστα, παράλογα, και τελικά επίσης λιγάκι τρομακτικά εφευρήματα...
Δε θα μπορούσαν, για παράδειγμα, οι σειρές από τις πλατφόρμες που ανέβαιναν να είναι διαχωρισμένες από εκείνες που κατέβαιναν, διότι τότε θα απαιτούταν πολύ πιο λεπτεπίλεπτη κατασκευή, με άχρηστη πραγματικά περιπλοκότητα, ώστε να τις επαναφέρει στη γνωστή τους, αέναη πορεία. Και νομίζω ότι θα ήμουν πλήρως ικανοποιημένος από αυτή μου τη σκέψη, και θα θεωρούσα ως ολότελα κατανοητό από εμένα το σύστημα αυτών των πρωτοφανών ανελκυστήρων, αν δεν είχε συμβεί, τυχαία, να ακούσω την υπόδειξη κάποιου μέλους του προσωπικού της βιβλιοθήκης κατά την οποία δεν έπρεπε κανείς να δοκιμάσει να μείνει σε αυτούς πέρα από το σημείο όπου ανέβαιναν ή κατέβαιναν στους ορόφους που φαίνονταν.

Ενδεχομένως τότε να μην το είχα σκεφτεί πολύ, όμως η εξέλιξη των γεγονότων δείχνει ότι αυτή η παρατήρηση με είχε αρκετά τρομάξει. Βέβαια θα έκρινα – αν είχα κάνει και μια τέτοια σκέψη – πως αποκλειόταν οι πλατφόρμες να πραγματοποιούν κάποια επικίνδυνη κίνηση, για παράδειγμα αντί να μετατοπίζονται απλώς οριζόντια πάνω από τον τελευταίο όροφο και κάτω από τον πρώτο, να ενώνονται και οι δύο εκεί, σε ένα πολύ μικρότερο χώρο, να κολλάει η μία στην άλλη, δίχως να αφήνουν το παραμικρό μέρος όπου να μπορούσε κανείς να σταθεί... Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ επικίνδυνο, βέβαια, ή μάλλον θα ήταν θανάσιμο, διότι τότε κανείς που θα είχε παραμείνει σε αυτές πάνω από τον τελευταίο όροφο θα έβλεπε την πλατφόρμα-οροφή να χάνεται, κινούμενη παράλληλα προς μία σταθερή οροφή, ενώ η πλατφόρμα που ήταν το δάπεδο θα έτεινε να ακουμπήσει σε εκείνη την οροφή, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να συνθλιβεί ο επιβάτης!
Μία τέτοια φαντασίωση πρέπει να με απασχόλησε, αν και δεν την πίστευα ως αληθινή. Το πανεπιστήμιο δε θα μπορούσε να είναι ένα άντρο ανεύθυνων ανθρώπων, που περιορίζονταν να δίνουν συμβουλές για να αποθαρρύνουν την παραμονή στους ανελκυστήρες, ενώ εδώ υπήρχε μία πραγματική, απίστευτη απειλή! Από την άλλη όμως νομίζω ότι η γενικότερη δυσπιστία μου απέναντι στους Άγγλους ασυνείδητα έκανε και αυτή την πιθανότητα να μοιάζει αν όχι υπαρκτή, πάντως σκόπιμο να διατηρηθεί κάπου μέσα μου, και να μη μπορεί να εξαλειφθεί οριστικά.

Άλλωστε κάτι που έμαθα αργότερα, πολύ αργότερα, για τον εαυτό μου, ήταν ότι διατηρούσα μέσα μου τέτοιους ιδιαίτερα έντονους φόβους για τους άλλους, για την προοπτική να με βλάψει η αδιαφορία τους, και να αγνοούν μάλιστα πως αυτό μπορούσε να γίνει. Αυτή η κρίση σίγουρα επίσης, στα βάθη της σκέψης μου, υπήρχε και επιδρούσε προς περαιτέρω ανάπτυξη του υποσυνείδητου φόβου για τους ανελκυστήρες στη βιβλιοθήκη.

Για την ώρα όμως ο φόβος για αυτό ήταν στιγμιαίος, και τον προσπερνούσα με άλλες σκέψεις, όπως εκείνη για το ενδιαφέρον θέαμα του δάσους από τον τελευταίο όροφο του κτιρίου.
Έτσι για άλλη μια φορά, εκείνο το απόγευμα, είχα βρεθεί σε αυτό το μέρος, και επιβιβάστηκα στον ανελκυστήρα με τον προορισμό τον τόσο αγαπητό.

Όντως είχα κάνει ελάχιστες σκέψεις ως τότε γι’ αυτό το ζήτημα. Μα είναι βέβαιο ότι η ακόλουθη είχε όντως γίνει: Είχα διανοηθεί πως θα ήταν σκόπιμο, τελικά, να αποφύγω να μείνω στον ανελκυστήρα πέρα από τον τελευταίο όροφο. Αυτό έμοιαζε εύκολο να επιτευχθεί, αλλά από την άλλη υπήρχε και μία πιθανότητα να μην είναι πραγματοποιήσιμο, η οποία ήταν να επιβιβαστούν, κατά παράβαση των νουθεσιών που επίσης είχαν ακουστεί, αρκετοί (πάνω από δύο) άνθρωποι στον ανελκυστήρα, και έτσι αυτός που μοιραία θα βρισκόταν πίσω από όλους να μην προλάβαινε να αποβιβαστεί. Γι’ αυτό και εκείνη την ώρα στεκόμουν, όπως και όλες τις άλλες φορές, στην άκρη της πλατφόρμας προς την πλευρά των ορόφων, με τη θέληση να απαγορεύσω στον οποιονδήποτε να μπει όσο βρισκόμουν και εγώ εκεί. Και πέρασα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ήρεμα από τους ορόφους, μπροστά μου δεν βρισκόταν κανείς. Αλλά στον προτελευταίο όροφο, προς μεγάλο μου τρόμο, στεκόταν ένας εξαιρετικά παχύς άνθρωπος, ο οποίος, δίχως να λαμβάνει υπ’ όψη καθόλου τη στάση μου, έκανε ένα μεγάλο βήμα προς το μέρος μου, κάτι που με υποχρέωσε να πισωπατήσω...
Η στιγμή ήταν τρομερή: Αδιάκοπα σκεφτόμουν, για να με καθησυχάσω, ότι θα έχει τη σύνεση να κατέβει γρήγορα στον επόμενο και τελευταίο όροφο, σηκώνοντας το πόδι του λιγάκι περισσότερο για να σκαρφαλώσει στο επίπεδο του ορόφου πριν αυτό ευθυγραμμιστεί πλήρως με το δάπεδο του ανελκυστήρα μας. Πρέπει να το ευχήθηκα αυτό, εξαιρετικά έντονα μέσα μου. Αλλά, φυσικά, ο παχύσαρκος συνεπιβάτης μου δεν είχε ούτε μία τέτοια πρόθεση, ούτε τη λεπτότητα να μεριμνήσει καθόλου για εμένα. Αντίθετα έκανε πολύ ώρα να αποβιβαστεί. Τότε σκέφτηκα ότι έμελλε να ανακαλύψω, τελικά, τι υπήρχε πάνω από τον τελευταίο όροφο, αφού το άνοιγμα ανάμεσα στην πλατφόρμα της οροφής, και το επίπεδο του ορόφου είχε μικρύνει δραματικά!

Αλλά, ξαφνικά, ένοιωσα έναν τεράστιο τρόμο – όλα αυτά διήρκεσαν βέβαια μόνο μία στιγμή, αλλά έμοιαζε να διαιρείται διαρκώς μέσα μου αυτή – και χίμηξα πραγματικά προς το άνοιγμα, σκύβοντας όσο μπορούσα! Έπεσα στον όροφο από αρκετό ύψος, κατατρομαγμένος, καθώς τώρα σκεφτόμουν ότι παραλίγο να μπλεχτεί το σώμα μου ανάμεσα στο χάσμα που μίκραινε, και τον όροφο, με τη συνέπεια να κομματιαστώ!
Έμεινα, με τα μακριά μανίκια του πανωφοριού μου σωριασμένα πλάι στα χέρια μου, για αρκετή ώρα σε εκείνη τη στάση, και θυμάμαι ότι με μία έκφραση που θα πρέπει να δήλωνε την απόλυτη φρίκη κοίταξα μπροστά μου, λοξά αφού ακόμα ήμουν γονατισμένος, πέρα από την διάφανη πόρτα του κυρίως μέρους του ορόφου όπου ξεκινούσαν τα ράφια, εκείνον τον άνθρωπο που, αμέριμνος, δίχως καν να γυρίσει να κοιτάξει πίσω του, συνέχιζε να προχωράει με εξαιρετικά φαρδιά και αργά βήματα, όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό της μεγάλης αίθουσας.
Ένοιωθα ταπεινωμένος. Ένοιωθα ότι είχα δεχτεί ένα πολύ σοβαρό κτύπημα. Ένοιωθα ότι λίγο έλειψε να τραυματιστώ, ίσως και θανάσιμα! Και όλα αυτά εξ αιτίας της παγερής αδιαφορίας ενός τόσο αφύσικα κτηνώδους όντος, που όμως, φαίνεται, εκείνη την ώρα αντιπροσώπευε για εμένα συνολικά τη σκληρότητα της ζωής, που είχε εμφανιστεί, και εδώ, πέρα από μια θάλασσα, στην άλλη άκρη της Ευρώπης, για να με απειλήσει. Και, με αυτή τη σκέψη, τρέμοντας ακόμα, άρχισα να σηκώνομαι, και στάθηκα για ώρα μπροστά από την πόρτα εκείνη, ανασαίνοντας βαθιά, νοιώθοντας μία απέραντη θλίψη.




Από τη συλλογή διηγημάτων "Η Χρυσαλλίδα", που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Ανάτυπο.


Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος φοίτησε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου του Έσσεξ. Εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα περιοδικά (Δέκατα, Ένεκεν, Ίαμβος, Εντευκτήριο, Άνευ, Αντί επιλόγου, Χίμαιρες, Σοδειά κ.α.) και σε ελληνικά έντυπα του εξωτερικού (Αγγλία, Γερμανία).
Οργανώνει και παρουσιάζει  κύκλους σεμιναρίων για τη Φιλοσοφία, υπό την αιγίδα της Διεύθυνσης Βιβλιοθηκών και Μουσείων του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Αρθρογραφεί για θέματα πολιτισμού στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης, όπου διατηρεί μια στήλη για τη Φιλοσοφία.
Είναι μέλος των εκδόσεων Ανάτυπο, όπου έχει την ευθύνη της οργάνωσης μέρους των λογοτεχνικών σειρών.