Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Παύλος Άμβερ, "Δύο ποιήματα"




Γιατί κανένα τέρας δεν πέθανε ποτέ

Τα χέρια του αγκάλιαζαν τη λαμαρίνα του πλοίου
Για να νιώθει την παγωνιά μέσα του
Για να σκουπίσει κάπου την μοναξιά τους
Το παιδί του έφευγε και η γυναίκα του έφυγε πέρυσι
Όχι όμως έτσι. Ήρεμα, ελεύθερα, αιώνια
Όχι, φυλακισμένη στα δίχτυα της αδικίας
Χωρίς αυτήν την κατεψυγμένη απουσία
Τα δάκρυα που εξατμίζονται
Πάνω στο θολό τζάμι της ανάγκης
Ο γιος του έκλαιγε και αυτός μάτωνε, στη σκέψη
«Πες μου, να φύγω Ναι ή Όχι;», έλεγαν τα μάτια του
Ψάχνοντας απεγνωσμένα μια προτροπή, μια αντίσταση, μια ελπίδα
«Πού είναι ο λαός μου;», ψιθύριζε η ψυχή του πατέρα
Και πετάξαν τα μαντίλια. Ζητωκραύγασαν. Ηδονίστηκαν
Το σπλάχνο του σπάραζε και αυτός πέθαινε, στην εικόνα
Και τα μαύρα πανιά φορέσαν ξανά, όπως τότε.
Και ο Μινώταυρος πάντα θα περιμένει την θυσία για να τραφεί.
Και έφυγαν. Όλοι έφυγαν. Χωρίς κουβάρι, χωρίς Αριάδνη, χωρίς ελπίδα.
«Πού είναι ο λαός μου;» ρώτησε, με αδειανά τα χέρια.
Πριν γυρίσει το βλέμμα στον τερατώδη λαβύρινθο της ζωής του…




Καλοκαίρι

Γκρίζα η άσφαλτος και τα χαλίκια άσπρα
Σαν ένας ουρανός με τα σύννεφά του
Δρόμος μακρύς, μοναχικός
Από αυτούς που το ταξίδι μετράει και όχι ο προορισμός
Την άπνοια του μεσημεριού
Έγδερνε μια γλυκόπικρη μουσική
Φωνούλα παιδιού, χλωμή και μόνη,
Τρυπούσε την μονοτονία μιας βόλτας στον ήλιο.
«Καρπούζια, τα δύο πέντε ευρώ»
Πόδια και χέρια αλυσοδεμένα πάνω στο δερμάτινο κάθισμα του αγροτικού
Η λαμαρίνα φυλακή που σιγοψήνει την ψυχούλα του
Μόνο με την κραυγή του να παλεύει
Μόνο με την ζωή του να δείχνει τον δρόμο στους απεγνωσμένους
Το σωματάκι του έτοιμο να σπάσει σα πυρόκλαδο
Τα μάτια του σπίθες μια ζωής αλλιώτικης
Καρβούνιαζε η φωνή του και στάχτη γινότανε
Μέσα στις φλόγες του καλοκαιριού.

Με κέρματα το έλουσες
Που ξεχύθηκαν σαν καταρράκτες
Παγωμένοι ποταμοί
Στα πυρακτωμένα χέρια του.
Του σώσαν τη ζωή
Ή την δικιά σου.
Πιο πολλά του ’δωσες από συμπόνια,
Καλύτερη για σένα θέση στον παράδεισο
Δεν είπε ευχαριστώ
Μα απλά ψιθύρισε
«Καρπούζια τα δύο, πέντε ευρώ»



                                                                     Παύλος Άμβερ